Καλωσόρισμα

Αυτός ο τόπος προσφέρει πλούσια επιστημονική ενημέρωση πάνω σε θέματα ψυχικής υγείας και όχι μόνο! Θα βρείτε άρθρα που αφορούν την ψυχιατρική, την ψυχολογία, την αυτογνωσία και την αυτοανάπτυξη.
Επιπλέον θα διαβάσετε αποσπάσματα από αληθινές ανθρώπινες ιστορίες, που περιγράφουν γλαφυρά το ταξίδι της ψυχής μέσα από τον πόνο και το σκοτάδι προς το φως και τη γαλήνη. Τέλος δίνει τη δυνατότητα επικοινωνίας και ανταλλαγής απόψεων πάνω σε συναφή θέματα. Εύχομαι η περιήγησή σας να είναι χρήσιμη και ενδιαφέρουσα. Δεκτές παρατηρήσεις, ερωτήσεις και προτάσεις.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Oι πληροφορίες που παρέχονται έχουν καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμμία περίπτωση δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη γνωμάτευση και τη θεραπεία του ειδικού!

Τι είναι η Ψυχοσύνθεση


Η Ψυχοσύνθεση είναι μια ψυχολογική θεωρία και πρακτική, που αναπτύχθηκε από την ψυχανάλυση και εξελίχθηκε στην Ανθρωπιστική-Υπαρξιακή ψυχολογία και ακολούθως στην Υπερπροσωπική ψυχολογία. Εμπνευστής της ο Ιταλός ψυχίατρος Roberto Assagioli (1888-1974). Φίλος του C.G. Jung και μέλος της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, ο Assagioli απομακρίνθηκε σταδιακά από τη φροϋδική σκέψη, που θεωρούσε δύσκαμπτη και περιορισμένη, σε σχέση με την ευρύτητα και πολυπλοκότητα του ανθρώπινου ψυχισμού.
Κεντρική και προτότυπη θέση της Ψυχοσύνθεσης είναι ότι την αναλυτική φάση της ψυχοθεραπείας πρέπει να ακολουθεί μιά συνθετική, που να στοχεύει στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας και την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γνωσιακή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γνωσιακή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22/4/08

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΧΩΔΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ



Τι είναι ψυχοθεραπεία;


Ο Wolberg το 1988 , αφού ανέλυσε διεξοδικά 39 διαφορετικούς ορισμούς για το τι είναι ψυχοθεραπεία, κατέληξε στον ακόλουθο ορισμό:

<<Η ψυχοθεραπεία είναι η θεραπεία με ψυχολογικά μέσα των προβλημάτων συναισθηματικής φύσεως, κατά την οποία ένα εκπαιδευμένο άτομο δημιουργεί σκόπιμα μια επαγγελματική σχέση με τον ασθενή με σκοπό: 1) την αφαίρεση, μετατροπή ή επιβράδυνση της εξέλιξης υπαρχόντων συμπτωμάτων, 2) την μεταβολή διαταραγμένων διαδικασιών συμπεριφοράς και 3) την προαγωγή θετικής ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας. Εξ’αιτίας του τρίτου σημείου, αν αλλάξουμε τη λέξη ασθενής με την λέξη άτομο, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι << όσο πιο υγιής είσαι, τόσο πιο πολύ ωφελείσαι από την ψυχοθεραπεία>>, με αυτή την ευρεία έννοια. Δηλαδή, κατά την άποψή μου, και όχι μόνο δική μου αλλά ολόκληρου του ανθρωπιστικού αναπτυξιακού ρεύματος, με πολύ σπουδαίους εκπροσώπους όπως ο Α.Maslow , ο C.Roger, ο R.May, o Ken Wilber και πολλούς άλλους, η ψυχοθεραπεία δεν είναι μόνο μια διαδικασία που μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιείται για να μειώνει τα βάσανα της ζωής, αλλά και για να βελτιώνει την ποιότητα ζωής. Όπως θα έλεγε ο Επίκουρος για την επίτευξη του ηδέως ζην. Στις ΗΠΑ και τις προηγμένες χώρες, ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού συμβουλεύεται με ευκολία σε διάφορες φάσεις τη ζωή του, κάποιον ψυχοθεραπευτή. Στην Ελλάδα η ψυχοθεραπεία, όσο ανεβαίνει το μορφωτικό επίπεδο και υποχωρούν η άγνοια, οι προκαταλήψεις και οι δεισιδαιμονίες κατακτά σιγά-σιγά έδαφος, από τους μάγους θεραπευτές, τους αστρολόγους, τα μέντιουμ, τους εξορκιστές, τους χαρτομάντεις, τους καφεμάντεις, χειρομάντεις και όλα τα συναφή επαγγέλματα που καταχρηστικά εξασκούν ένα είδος πρωτόγονης και επισφαλούς ψυχοθεραπείας, υποσχόμενοι, όπως διαβάζουμε στις μικρές αγγελίες: << αλάνθαστες, γρήγορες και σταθερές λύσεις σε κάθε πρόβλημα : οικογενειακό, αισθηματικό, υγείας ή επαγγελματικό>>. Τώρα όλα αυτά τα εκπληκτικά και τηλεφωνικά με το αζημίωτο βέβαια…

Κάθε μορφή ψυχοθεραπείας στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη θεωρία για την ανθρώπινη φύση, για την προσωπικότητα και την ψυχοπαθολογία.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, υπήρξαν κυρίως τρία ρεύματα στην ψυχοθεραπεία : η ψυχοδυναμική σχολή, όπου κυρίαρχο ρόλο έχουν οι ασυνείδητες συγκρούσεις, η συμπεριφορική σχολή, όπου η φυσιολογική και η παθολογική συμπεριφορά θεωρούνται προϊόντα μάθησης και η ανθρωπιστική/υπαρξιακή σχολή, που δίνει πρωταρχική σημασία στην ανθρώπινη ελευθερία βούλησης. Ο κάθε θεραπευτής ακολουθεί τη θεωρία και τις τεχνικές κάποιας από αυτές τις σχολές, αν και η εμπειρία έχει αποδείξει πως δεν ανοίγουν όλες οι κλειδαριές με ένα κλειδί. Εάν διαθέτει την απαραίτητη εκπαίδευση είναι αναγκαίο να μπορεί να χρησιμοποιεί, ανάλογα με την περίπτωση και μια διαφορετική προσέγγιση ή να εκμεταλλεύεται τεχνικές από διαφορετικές θεραπείες ( ταυτόχρονα ή διαδοχικά), που να τις προσαρμόζει στα μέτρα του ασθενούς. Αυτό το μοντέλο ονομάζεται συνθετικό μοντέλο ψυχοθεραπείας, και είναι αυτό που εγώ χρησιμοποιώ κατά κύριο λόγο στην πράξη, παρά το ότι ανήκω εκ πεποιθήσεως στο ανθρωπιστικό-υπαρξιακό ρεύμα. Ο ψυχίατρος καλείται να διαγνώσει τη διαπλοκή των βιολογικών, γενετικών και ψυχοδυναμικών παραγόντων, πριν αποφασίσει την γραμμή που θα ακολουθήσει Πέρα από όλες τις ταμπέλες και πάνω από όλες τις φιλοσοφικές διαφωνίες, εκείνο που προέχει είναι η βελτίωση της κατάστασης του ασθενούς. Από σοβαρές μελέτες έχει βρεθεί ότι αυτό που κάνει τελικά τη διαφορά ανάμεσα στους θεραπευτές δεν είναι τόσο η σχολή που ακολουθούν, αλλά ο τρόπος που την εξασκούν. Η επίτευξης της σωστής θεραπευτικής σχέσης αποτελεί τη βάση κάθε περαιτέρω προσπάθειας. Στις περιπτώσεις που ο θεραπευόμενος δεν είναι έτοιμος ή δεν θέλει να γίνει καλά, κανένας θεραπευτής δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Πολλές φορές ο θεραπευόμενος δε θέλει να γίνει καλά, γιατί φοβάται την αλλαγή, την οποία φαντάζεται σαν απάρνηση ενός αγαπημένου κομματιού του εαυτού του, επειδή εσφαλμένα πιστεύει ότι, τις αλλαγές στη ζωή του κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα του τις επιβάλλει ο ψυχοθεραπευτής. Εννοείται ότι η ψυχοθεραπεία είναι μια εθελοντική διαδικασία που στοχεύει στην αύξηση και όχι στην ελάττωση της ελευθερίας του ατόμου. Εάν υπάρχει έστω και μια αμυδρή επιθυμία θεραπείας, ο θεραπευτής καλείται με επιδεξιότητα να υπερνικήσει τις αντιστάσεις και τους φόβους του ασθενούς, παρέχοντάς του σωστή πληροφόρηση και εναλλακτικές θεωρήσεις, μέσα σε ένα κλίμα ενσυναίσθησης (empathy), ζεστασιάς (warmth), γνησιότητας (genuineness), ενθάρρυνσης και αποδοχής, στοιχεία που πρέπει να αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά της θεραπευτικής συμμαχίας.

Α) Ψυχαναλυτικές:


Αποτελούν ένα φάσμα, που στο ένα άκρο του έχει την Α1) κλασική ψυχανάλυση και στο άλλο την Β) ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, που αποτελεί την πιο διαδεδομένη μορφή. Η ψυχανάλυση είναι η πιο εντατική και η πιο μακρόχρονη και στηρίζεται στην ερμηνεία και την εναισθησία (insight). Α2) H βραχεία δυναμική ψυχοθεραπεία είναι εστιακή

(ασχολείται, δηλαδή, με ένα πρόβλημα του ασθενούς) και είναι περιορισμένη στο γνωσιακό επίπεδο, ενώ η ομαδική ανάλυση και η Α3) ομαδική ψυχοθεραπεία επιχειρούν να συνδυάσουν τα δυναμικά ομάδας με την ατομική αναλυτική εργασία.

Οι δύο πρώτες μορφές απευθύνονται σε σχετικά περιορισμένο αριθμό νευρωτικών ασθενών. Ενώ η ψυχανάλυση έχει ως βασικό σκοπό την αποκάλυψη και θεραπευτική επεξεργασία συγκρούσεων της πρώτης παιδικής ηλικίας, η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία εστιάζεται σε τρέχουσες συγκρούσεις. Ανάλογα με την περίπτωση είναι περισσότερο εκφραστική (expressive) , δηλαδή στηρίζεται στην αποκάλυψη του δυναμικά απωθημένου υλικού και στην ανάλυση των αμυνών, είτε περισσότερο υποστηρικτική (supportive), στοιχείο που αφορά στη λειτουργία του θεραπευτή να συναισθάνεται τον άρρωστό του και να στηρίζει αναγκαίες αμυντικές του λειτουργίες. Σε αντίθεση με την ψυχανάλυση που χρησιμοποιεί τον ελεύθερο συνειρμό και την ανάλυση της μεταβιβαστικής νεύρωσης, η Ψ. Ψ. χρησιμοποιεί τεχνικές συνέντευξης και συζήτησης Δεν χρησιμοποιείται ανάκλιντρο και ο θεραπευτής τίθεται <<πρόσωπο με πρόσωπο>> με τον θεραπευόμενο. Η εβδομαδιαία συχνότητα των συνεδριών είναι μικρότερη ( συνήθως 2 την εβδομάδα ) και η χρονική διάρκεια συνήθως από μήνες ως δύο χρόνια . Τέλος μπορεί να συνδυασθεί με φαρμακοθεραπεία.


Ενδείξεις στις αγχώδεις διαταραχές


Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, ως θεραπευτική μέθοδος, απευθύνεται κυρίως στην προσωπικότητα, που υπολανθάνει της διαταραχής και που θεωρείται ένας σημαντικός παράγοντας παθογένειας και τροφοδότησης της διαταραχής. Αναφερόμενος σε ένα ιστορικό ψυχαναλυτικό παράδειγμα, την υστερία, η έμφαση στη θεραπεία δίνεται σε αυτό που θα ονομάζουμε <<υστερική προσωπικότητα>> ( κατά το DSM-IV, ιστριονοκή διαταραχή της προσωπικότητας ) και όχι στην αντιμετώπιση του μετατρεπτικού συμπτώματος. Με αυτή την έννοια, έχει ένδειξη στις αγχώδεις διαταραχές όταν παρατηρούνται χαρακτηριολογικά προβλήματα, είτε αυτά είναι σοβαρά, όπως τα απορρέοντα από μια ναρκισσιστική προσωπικότητα, είτε αυτά είναι ηπιότερα, όπως της εξαρτητικής ή της ψυχαναγκαστικής διαταραχής προσωπικότητας. Το τελικό κριτήριο επιλογής της ψυχοθεραπευτικής μεθόδου πρέπει πάντα να είναι ο ίδιος ο ασθενής και όχι μια αφηρημένη αγχώδης διαταραχή.. Έτσι, άλλα κριτήρια εκτός από το διαγνωστικό είναι ; η δύναμη του εγώ, η ικανότητα δηλαδή του ατόμου να πραγματοποιεί και να διατηρεί συναισθηματικούς δεσμούς και η ικανότητα για ενδοσκόπηση και ψυχική αλλαγή. Αν αντιθέτως εστιάζεται στα εξωτερικά γεγονότα, αγνοώντας τα συναισθήματά του, τις φαντασίες του ή τα όνειρά του ( αν εμφανίζει δηλ. Αλεξιθυμία), τότε η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία θα έχει δύσκολη και αβέβαιη πορεία. Σε ορισμένους όμως ασθενείς η τάση για ενδοσκόπηση αυξάνει όταν προχωρήσει η ψυχοθεραπεία και εμπεδωθεί η βασική εμπιστοσύνη στη θεραπευτική σχέση.

Β) ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΚΗ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΙΣ ΑΓΧΩΔΕΙΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ


Η επανάσταση που προκάλεσε η θεωρία της συμπεριφοράς είχε σαν αποτέλεσμα την ριζική αλλαγή του τρόπου ψυχοθεραπείας. Δεν ήταν πια αναγκαίο να ανακαλύψει και να αξιολογήσει κανείς τις παιδικές του εμπειρίες για να ξεπεράσει τέτοια προβλήματα. Αντίθετα, συχνά το “ξέθαμα” του παρελθόντος μπορεί να είναι δυσβάκτατο και η επανοικοδόμιση ανέφικτη. Παλαιότερα ήταν διαδεδομένος ο μύθος της αντικατάστασης του συμπτώματος, η πεποίθηση δηλαδή πως αν κάποιος ξεπερνούσε τον φόβο χωρίς να αντιμετωπίσει το υποτιθέμενο << βαθύτερο>> πρόβλημα, κάποιο άλλο σύμπτωμα θα ξεπιδούσε στη θέση του. Η έρευνα έχει επανειλλημένως αποδείξει πως η αντίληψη αυτή είναι εν πολλοίς αβάσιμη. Άνθρωποι που έχανα τις φοβίες τους όχι μόνο δεν παρουσίαζαν καινούργια συμπτώματα, αλλά συνήθως έδειχναν βελτίωση και σε άλλους τομείς της ζωής τους, σαν αποτέλεσμα της απελευθέρωσής τους από τους εξαναγκασμούς που παλαιότερα τους επέβαλλαν οι φόβοι τους.

Ο συμπεριφορισμός θεωρεί ότι η μη φυσιολογική συμπεριφορά καθορίζεται από τις ίδιες αρχές από τις οποίες καθορίζεται και η φυσιολογική συμπεριφορά. Εστιάζεται στα συμπτώματα μιας διαταραχής θεωρώντας τα ως <<προβλήματα-αποτελέσματα>. Εσφαλμένης (μη προσαρμοστικής) μάθησης. Αρχικά γίνεται μια συμπεριφορολογική ανάλυση, που είναι η διαδικασία εντόπισης και λεπτομερειακής καταγραφής των δυσλειτουργικών συμπεριφορών και όλων των καταστάσεων που σχετίζονται με αυτές. Για παράδειγμα αν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια κυνοφοβία, χρειάζεται προσεκτική επισήμανση της προβληματικής συμπεριφοράς, αλλά και λεπτομερειακή καταγραφή του είδους του σκύλου που εκλύει τη φοβική αντίδραση. Διερευνόνται το μέγεθος, το χρώμα του, από πια απόσταση εκλύεται η αποφυγή κ.λ.π. Στη συνέχεια ο θεραπευόμενος μαζί με τον θεραπευτή ταξινομούν όλους τους φόβους και τις βαθμολογούν κατά σειρά βαρύτητας. Ο πρακτικός λόγος της ιεράρχισης είναι να αντιμετωπίζει ο θεραπευόμενος ανεκτή ποσότητα φόβου σε κάθε συνεδρία. Αφού γίνει η συλλογή των αναγκαίων πληροφοριών, ακολουθεί η επιλογή της κατάλληλης ψυχοθεραπευτικής τεχνικής.


Συμπεριφορικές τεχνικές


Οι συμπεριφορικές ψυχοθεραπείες είναι βραχείες, περιλαμβάνουν σέκα έως δακαπέντε συνεδρίες, σπανιότερα περισσότερες, που διαρκούν μεταξύ μιας και δύο ωρών. Από τις αρχές του αιώνα μέχρι σήμερα έχουν περιγραφεί πολλές δεκάδες, τεχνικές. Θα αναφερθούμε τώρα σε μερικές απ’αυτές:


Μυοχαλάρωση.


Πρωτοπεριγράφηκε από τον γατρό και φυσιολόγο Edmund Jacobson το 1934 και στηρίζεται στην παρατάρηση ότι το άγχος σχεδόν πάντα συνοδεύεται από μϋική τάση ή σύσπαση. Υπαρχουν διάφορες παραλλαγές. Η προοδευτική μυοχαλάρωση συνίσταται στη σύσπαση συγκεκριμένων ομάδων μυών ( για πέντε δευτερόλεπτα), ενώ το υπόλοιπο σώμα είναι χαλαρωμένο. Στη συνέχεια ζητείται από τον ασθενή να χαλαρώσει την ομάδα των μυών αυτών για 10-15 δευτερόλεπτα, πριν η διαδικασία συνεχιστεί με μια άλλη ομάδα μυών. Το άτομο εκπαιδεύεται να “εντοπίζει” τους μυς στις διάφορες ζώνες του σώματος, πρόσωπο, μέτωπο, σαγόνια, μάτια, λαιμό, ώμους, χέρια, πόδια. Τελευταία για την ταχύτερη εκμάθηση της χαλάρωσης χρησιμοποιούνται βιοαναδραστικά συστήματα* ( Bio-feedback).


Έλεγχος της αναπνοής


Στις αγχώδεις διαταραχές, έχουν περιγραφεί τύποι αναπνοής που πιστεύεται ότι σχετίζονται με την αιτιοπαθογένεια των διαταραχών αυτών. Η υπέρπνοια λ.χ., είτε με τη μορφή της ταχείας και βαθιάς αναπνοής που εμφανίζεται επεισοδιακά, είτε με τη μορφή της κατά συνήθεια, γρήγορης αναπνοής ενοχοποιείται σαν παθοφυσιολογικός παράγοντας συμβολής στις κλινικές εκδηλώσεις της κρίσης. Πράγματι, έχει υπολογησθεί ότι, τουλάχιστον 50% των ασθενών εμφανίζουν υπέρπνοια κατά τη διάρκεια του επεισοδίου πανικού. Ο ασθενής εκπαιδεύεται ώστε να μάθει ένα ρυθμό αναπνοής ασυμβίβαστο με εκείνο της υπέρπνοιας. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι εκμάθησης που στοχεύουν στον έλεγχο της αναπνοής, με τα ακόλουθα συνήθως χαρακτηριστικά : αναπνοή από τη μύτη (αντί του στώματος), διαφραγματική ( αντί της επίπονου θωρακικής) και με ένα ρυθμό περίπου 10-12 αναπνοών κατά λεπτό, φυσιολογικού εύρους. Ο ασθενής είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσει τον νέο τύπο αναπνοής με τα πρώτα σημάδια άγχους ή πανικού.


Συστηματική απευαισθητοποίηση


Από τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες τεχνικές. Συνίσταται στην έκθεση του θεραπευόμενου, ενώ αυτός βρίσκεται σε κατάσταση συναισθηματικής ηρεμίας ( με χαλάρωση), σε μικρή ποσότητα φόβου. Αρχικά το φοβογόνο αντικείμενο παρουσιάζεται στην φαντασία του. Σε κάθε επανάλειψη η ένταση του φόβου μειώνεται και σύνταμα φτάνει στο μηδέν. Τότε παρουσιάζουμε μια σκηνή φόβου που προκαλεί λίγο περισσότερο άγχος από την προηγούμενη. Συνεχίζουμε αυτή την διαδικασία έως ότου ο φόβος φτάσει πάλι στο μηδέν. Αν ο θεραπευόμενος δεν μπορεί να φανταστεί αρκετά ρεαλιστικά τη φοβογόνο κατάσταση, τότε ο θεραπευτής μπορεί να χρησιμοποιήσει εικόνες ή και πραγματικές καταστάσεις.


Κατακλυσμική τεχνική


Συνίσταται στην έκθεση του ατόμου σε έντονο άγχος για αρκετό διάστημα (έως και μια ώρα). Όταν το φοβικό άτομο εκτεθεί στη φοβογόνο κατάσταση, το άγχος του θα φτάσει σε κάποιο επίπεδο και μετά θα αρχίσει να πέφτει από μόνο του ( εξοικείωση). Η διαδικασία επαναλαμβάνεται αρκετές συνεδρίες έως ότου το άγχος φτάσει στο μηδέν ( απόσβεση). Αυτό μαθαίνει στον θεραπευόμενο πως δεν χρειάζεται να καταφεύγει στην συμπεριφορά αποφυγής προκειμένου να αγχομειώσει.Από θεωρητικής πλευράς το πιθανότερο είναι ότι η τεχνική αυτή συνδέεται με αυτό που ονομάζουμε <<προστατευτική αναστολή>>.΄Οταν δηλαδή ένα ερέθισμα αυξηθεί υπερβολικά τότε και ο οργανισμός καταβάλλει μεγαλύτερη προσπάθεια αντιμετώπισής του. Στις κατακλυσμικές τεχνικές ο θεραπευτής συνοδεύει το άτομο στην πραγματική έκθεσή του στη φοβογόνο κατάσταση.Η παρουσία του θεραπευτή φαίνεται να δρα πολλαπλώς ( μίμηση προτύπου, συναισθηματικού ανταγωνισμού κ.λ.π. Το άγχος μπορεί να είναι καμιά φορά έντονο και μερικοί δεν θέλουν να συνεχίσου αυτή τη θεραπεία. Ωστόσο, η κατακλυσμική τεχνική εξακολουθεί να βρίσκεται στις πρώτες επιλογές για τα ψυχαναγκαστικά συμπτώματα και τις φοβίες.


Εκπαίδευση για την απόκτηση κοινωνικών δεξιοτήτων


Είναι μια εκπαιδευτική μέθοδος, κατά την οποία κατάλληλες κοινωνικές συμπεριφορές επιδεικνύονται από τον θεραπευτή και στη συνέχεια δοκιμάζονται από τον ασθενή, προκειμένου ο τελευταίος να αποκτήσει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Κατά τη διάρκεια εκμάθησης των δεξιοτήτων αυτών χρησιμοποιούνται αρκετές συμπεριφορικές τεχνικές, όπως το παίξιμο ρόλου, η μίμηση προτύπου, η έκθεση κ.ο.κ.


Ενδείξεις


Από το σύνολο των ψυχικών διαταραχών έχουν καταξιωθεί στις κάτωθι καταστάσεις:

-Κρίσεις πανικού, κυρίως αυτές που συνοδεύονται από αγοραφοβία

-Φοβικές διαταραχές

-Σεξουαλικές δυσλειτουργίες

-Ιδεοψυχαναγκαστικές καταστάσεις

-Προβλήματα που αναφέρονται σε κοινωνικές δεξιότητες

-Προβλήματα ζεύγους

Γ) ΓΝΩΣΙΑΚΗ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΓΧΩΔΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ

Μολονότι η θεραπεία αναφέρεται σαν <<γνωσιακή αναδόμηση>>

( προσπάθεια τροποποίησης της ψυχοπαθολογίαςμέσα από την άμεση τροποποίηση των νοητικών σχημάτων), θα πρέπει να τονιστεί ότι τα ψυχοθεραπευτικά όρια καθημερινά γίνονται όλο και πιο ασαφή με την προσθήκηδιαδικασιών όχι μόνο από τη συμπεριφορική, όπως συνηθιζόταν, αλλά και από άλλες προσεγγίσεις, όπως είναι η διαπροσωπική και η ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η δημιουργία κατάλληλης θεραπευτικής σχέσης, η συναισθηματική κατανόηση (empathy), ο συνεργατικός εμπειρισμός (collaborative empirism) και η εξωσυνεδριακή άσκηση ( Home work) θεωρούνται απαραίτητα, αν και δεν επαρκούν από μόνα τους να πετύχουν το θεραπευτικό στόχο.


Γνωσιακή αναδόμηση


Στόχος της επεμβατικής αυτής διαδικασίας είναι η απόσπαση και ο έλεγχος εκείνων των νοητικών δραστηριοτήτων που θεωρούνται υπεύθυνες για την έναρξη και τη διατήρηση των αγχωδών διαταραχών ( ένα είδος σύγχρονης Σωκρατικής μαιευτικής μεθόδου και ελέγχου). Ο ασθενής εκπαιδεύεται ώστε να είναι σε θέση να αναγνωρίζει, να αξιολογεί, να ελέγχει, να αμφισβητεί και να τροποποιεί ( βρίσκοντας π.χ. εναλλακτικές) εκείνες τις νοητικές δραστηριότητες που σχετίζονται με την αίσθηση της απειλής και της προσωπικής ευαλωτότητας. Η γνωσιακή αναδόμηση πραγματοποιείται προοδευτικά. 1) αρχικά, εντοπίζονται και καταγράφονται οι καταστροφολογικές παρερμηνείες, οι δυσλειτουργικοί διεργασικοί κανόνες και οι πεποιθήσεις. 2) Στη συνέχεια, ο ασθενής ενθαρρύνεται μέσα από διάφορες λογικές, εμπειρικές και πραγματιστικές διαδικασίες να τις αμφισβητήσει και να βρεί εναλλακτικές ερμηνείες πιο λειτουργικές. 3) Στην τελική φάση προσκαλείται να εξετάσει στην πράξη την εγκυρότητα και τη λειτουργικότητα αυτών των νέων τρόπων σκέψης.

Αποτελεσματικότητα γνωσιακών ψυχοθεραπειών

Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή

Δ) ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ


Η Λογοθεραπεία του Victor Frankl είναι μια από τις πιο γνωστές υπαρξιακές ψυχοθεραπείες. Όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι η ζωή τους δεν έχει κανένα νόημα, όταν η θέληση για νόημα έχει ματαιωθεί, τότε βιώνεται ένα υπαρξιακό κενό, μια υπαρξιακή απογοήτευση. Αυτή η υπαρξιακή ματαίωση μαζί με άλλες αιτίες μπορεί να οδηγήσει σε νευρώσεις. Η λογοθεραπεία ονομάζει αυτές τις νευρώσεις νοογενείς, για να τις διαφοροποιήσει από τις ψυχογενείς νευρώσεις. Οι τελευταίες προέρχονται (σύμφωνα με την ψυχοδυναμική θεωρία) από τις συγκρούσεις μεταξύ του ID, του εγώ και του Υπερεγώ, ενώ οι νοογενείς οφείλονται στις συγκρούσεις μεταξύ διαφόρων αξιών ή στη ματαίωση της θέλησης για νόημα, στην αποτυχία δηλαδή του ανθρώπου να βρεί ένα νόημα στην ζωή του. Θα πρέπει να τονιστεί όμως ότι η αναζήτηση ενός νοήματος στην ζωή, ακόμα και η αμφιβολία για το εαν ένα τέτοιο νόημα μπορεί να βρεθεί, είναι κάτι φυσιολογικό και καθόλου παθολογικό και αποτελεί σημάδι μιας πραγματικής ανθρώπινης ύπαρξης. Από μόνο του λοιπόν το υπαρξιακό κενό δεν είναι παθολογικό, μπορεί όμως, να γίνει, ακαταλήξει στην νοογενή νεύρωση και τότε χρειάζεται να εφαρμοστεί η λογοθεραπεία.. Στην καθημερινή ζωή η θέληση για αυθεντικό νόημα αναπληρώνεται από τη θέληση για δύναμη, για εξουσία και χρήματα. Επίσης συχνά οι άνθρωποι για να καλύψουν το εσωτερικό τους κενό καταφεύγουν στις διασκεδάσεις, στον αλκοολισμό, τα ναρκωτικά, στην χαρτοπαιξία, την άμετρη κατανάλωση, τις επιφανειακές σεξουαλικές σχέσεις κ.λ.π. Μια από τις τεχνικές της λογοθεραπείας είναι η παράδοξη πρόθεση, η οποία χειρίζεται τις ψυχαναγκαστικές και φοβικές καταστάσεις. Η παράδοξη πρόθεση λοιπόν στηρίζεται στο γεγονός ότι η παθολογία στις φοβίες και στις ιδεο-ψυχαναγκαστικές διαταραχές οφείλεται στο αναμενόμενο άγχος,κατά πρώτον λόγο και στην υπερβολική πρόθεση κατά δεύτερο λόγο. Όταν λέμε αναμενόμενο άγχος εννοούμε το προκαταβολικό άγχος που βιώνει ο ασθενής για κάποια κατάσταση, που τον φοβίζει, χωρίς όμως να βρίσκεται αντιμέτωπος μαζί της στην παρούσα στιγμή. Ένα άτομο, π.χ. που φοβάται ότι θα κοκκινίσει, όταν μπεί σ’ένα δωμάτιο, που είναι συγκεντρωμένος κόσμος, θα κοκκινίσει εκείνη τη στιγμή που το σκέπτεται, χωρίς να έχει μπεί στο δωμάτιο. Από την άλλη μεριά η υπερβολική πρόθεση για μια πράξη κάνει αδύνατη την επιτέλεση αυτής της πράξης. Για παράδειγμα στην περίπτωση μιας σεξουαλικής νεύρωσης, όσο ο άνδρας αγωνίζεται να αποδείξει την ικανότητά του, τόσο λιγότερο το πετυχαίνει.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η παράδοξη πρόθεση ζητά από τον ασθενή να κάνει ή να σκεφτεί αυτό ακριβώς που φοβάται ότι θα συμβεί ( να κοκκινίσει, να υδρώσει, να μην ολοκληρώσει την ερωτική επαφή κ.λ.π.). Επειδή δεν μπορούμε νάσκήσουμε έλεγχο στο αυτόνομο νευρικό μας σύστημα, είναι φυσικό ο ασθενής να μην μπορέσει να κοκκινίσει, αν προσπαθήσει να το κάνει. Η παράδοξη πρόθεση στηριζόμενη στην ικανότητα του ανθρώπου για αυτοαπόσπαση, που περιλαμβάνει και την ικανότητα για χιούμορ, πετυχαίνει ν’αλλάξει τη στάση του ασθενή απέναντι στο σύμπτωμά του, καθώς ο τελευταίος το αντιμετωπίζει από κάποια απόσταση γελώντας μαζί του. Όταν φέρουμε τον ασθενή στην κατάσταση να μεγαλοποιεί και να διογκώνει τα συμπτώματά του, θα υπερνικήσει τους φόβους του και θα σταματήσει να καταπολεμά τις έμμονες ιδέες του και θ’αρχίσει να τα ειρωνεύεται. Παράλληλα με την ειρωνία που μπορεί να επιτύχει ο ασθενής είναι εξίσου αποελεσματικό να καταφέρει να αγνοήσει τα παθολογικά του συμπτώματα. Η λογοθεραπεία για να πετύχει αυτό τον σκοπό χρησιμοποιεί ένα θεραπευτικό τέχνασμα, που ονομάζεται αντανακλαστική αποσύνδεση. Ο ασθενής δηλαδή θα πεέπει να αποσυνδεθεί από το άγχος του, την έμμονη ιδέα του και να συνδεθεί με ένα νόημα, με ένα στόχο, που να τον γεμίζει και να τον έλκει. Ένα δυναμικό νόημα, που να είναι υπεράνω της ύπαρξής του, θα τον απορροφήσει και θα τον γιατρέψει από τα συμπτώματά του. Καθώς ο ίδιος ο ασθενής είναι αυτός που αλλάζει την στάση του προς τον φόβο, δεν εξαρτιέται και δεν στηρίζεται στον ψυχοθεραπευτή, όπως συμβαίνει στην ψυχανάλυση. Σ’αντίθεση με τους ψυχαναλυτές, η λογοθεραπεία υποστηρίζει ότι τη θέση αυτών των εξαφανισθέντων συμπωμάτων δε θα την πάρουν άλλα συμπτώματα. Τα θεραπευτικά αποτελέσματα της εφαρμογής της λογοθεραπείας, που εφαρμόζεται για τη θεραπεία πολλών ασθενών σε σύντομο χρονικό διάστημα αντικρούουν την άποψη της ψυχανάλυσης ότι μόνο η βαθιά ανάλυση, που διαρκεί πολλά χρόνια, έχει θεραπευτικό αποτέλεσμα. Γιατί η ψυχανάλυση δίνει μεγάλη σημασία στην αιτιολογία των συμπτωμάτων και πιστεύει ότι μόνο με την ανάλυση της αιτιολογίας τους μπορούν να καταπολεμηθούν, ενώ η λογοθεραπεία θεωρεί ότι οι παράγοντες που προκάλεσαν νευρώσεις κατά την διάρκεια, της παιδικής ηλικίας δεν είναι απαραίτητο να είναι ίδιοι μ’αυτούς τους παράγοντες, που θα τις ανακουφίσουν. Την άποψη αυτή της λογοθεραπείας φαίνεται να την ασπάζεται κι η υπόλοιπη υπαρξιστική ψυχολογά, που διαφωνεί με την άποψη ότι οι πρώιμες εμπειρίες προκαλούν την μετέπειτα συμπεριφορά. Οι υπαρξιστές ψυχολόγοι θεωρούν ότι όλη η ύπαρξη του ατόμου είναι ένα ιστορικό γεγονός. Αυτή η ιστορία δεν αποτελείται από στάδια, που διαδέχονται το ένα το άλλο, αλλά από διαφορετικούς τρόπθς ύπαρξης. Ο τρόπος ύπαρξης π.χ. του βρέφους είναι διαφορετικός απ’αυτόν του παιδιού και ο τρόπος ύπαρξης του παιδιού είναι διαφορετικός απ’αυτόν του εφήβου. Ένα βασικό σημείο της υπαρξιακής ψυχολογίας είναι ότι ένα άτομο μπορεί να συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρθηκε χθες ή στην παιδική του ηλικία όχι από συνήθεια, αλλά επειδή αυτή η συμπεριφορά έχει σημασία γι’αυτό τώρα, στο παρόν. Ο Boss υποστηρίζει ότι το άτομο που βρίσκεται, υπαρχει μέσα στον κόσμο, υπάρχει στο παρελθόν, παρόν και μέλλον ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι όταν ανακαλούμε κάτι από το παρελθόν, η ύπαρξή μας εδώ και τώρα είναι ανοιχτή στο παρελθόν. Δεν υπάρχουμε, δεν βρισκόμαστε στο παρελθόν, το παρελθόν υπάρχει σε μας. Σε σχέση μ’αυτό το σημείο είναι και η ανάγκη να είναι ο ασθενής, κατά την διάρκεια της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, παρών, ειλικρινά παρών, ζωντανός. Αυτό σημαίνει να μην αποφεύγει ν’αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, τα προβλήματά του, που συζητιούνται στην συνεδρία. Τις πιο πολλές φορές οι ασθενείς δεν είναι ξύπνιοι, παρόντες, δεν ακούν και δεν προσέχουν πραγματικά αυτά που λέγονται, αλλά προσπαθούν ν’αποφύγουν το συναισθηματικό κόστος του να ζεί κανείς ουσιωδώς και να αντιμετωπίζει τις ρίζες τουπροβλήματός του, να είναι υπεύθυνος για την ύπαρξή του και να ζεί επομένως μιαν αυθεντική ζωή. Όταν ο ασθενής πετύχει να είναι παρών, αληθινός στις συνθήκες της ζωής (μέσα σ’αυτές περιλαμβάνεται και η ψυχοθεραπευτική σχέση) γίνεται ικανός ν’αναπτυχθεί, να προοδεύσει, γιατί θα καταφέρει να ενεργοποιήσει και να εκπληρώσει τις δυνατότητες της ύπαρξής του, που κύριο χαρακτηριστικό της είναι η μη στασιμότητα. Άλλωστε οι άνθρωποι, που υποφέρουν από φοβίες, καταναγκασμούς, παραισθήσεις κι άλλα νευρωτικά και ψυχωτικά συμπτώματα, έχουν αρνηθεί ν’αναπτυχθούν, να ενεργοποιήσουν δηλαδή τις δυνατότητές τους και κατ’επέκταση να είναι παρόντες, αληθινοί μέσα στην ζωή. Γι’αυτόν το λόγο οι υπαρξιακοί ψυχοθεραπευτές (αν και οι περισσότεροι ξεκίνησαν σαν ψυχαναλυτές) αποφεύγουν την παραδοσιακή ψυχαναλυτική πρακτική και συγκεντρώνουν την προσοχή τους στο παρόν παρά στο παρελθόν. Μεγάλη σημασία δίνουν οι υπαρξιακοί ψυχολόγοι στον παράγοντα της συνάντησης στην θεραπευτική συνεδρία. H φύση της σχέσης δεν είναι η παραδοσιακή φροϋδική μεταβίβαση, αλλά είναι μια σχέση, που βασίζεται στην αγάπη, στο ενδιαφέρον, την αμοιβαία συμπάθεια, στην αποδοχή. Η θεραπευτική σχέση όμως, δεν χαρακτηρίζεται μόνο από την συνάντηση δύο υποκειμένων, αλλά περιστρέφεται και γύρω από το αντικείμενο, το γεγονός, δηλαδή, που ο ασθενής πρέπει να γνωρίσει, να συνειδητοποιήσει. Μια άλλη σημαντική πεποίθηση των υπαρξιστών είναι ότι η χρήση των αόριστων εκφράσεων, όπως “σαν να”, “κατά κάποιο τρόπο”, “νομίζω”, “μαντεύω”, που συνεχώς χρησιμοποιεί το άτομο, το απομονώνουν από την αίσθηση της πραγματικότητας στην ζωή του. Μέσω αυτών δηλαδή των λέξεων ο ασθενής βάζει εμπόδια ανάμεσα στον εαυτό του και την πραγματικότητα, προκειμένου ν’αποφύγει την γνησιότητα και την αληθινή παρουσία.

Η “ΜΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΙΚΗ” ή “ΠΕΛΑΤΟΚΕΝΤΡΙΚΗ” ψυχοθεραπεία του Carl Rogers


Ο Carl Rogers είναι ο κύριος εκφραστής του μοντέλου εκπλήρωσης. Υποστήριζε ότι το βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, είναι η τάση του να εκπληρώνει τις δυνατότητές του (tendency to actualization of potentialities). Σύμφωνα με το μοντέλο της εκπλήρωσης, η ζωή χαρακτηρίζεται σαν το ξεδίπλωμα και η έκφραση των δυνατοτήτων και ταλέντων με τα οποία είναι προικισμένο το άτομο από τη φύση.

Η αρχή της ψυχικής διαταραχής βρίσκεται στην ασυμφωνία που δημιουργείται ανάμεσα στην εμπειρία του ατόμου και στον εαυτό του.

To άτομο κινούμενο από την αυτοπραγμάτωση έχει ανάγκη από τη θετική εκτίμηση των άλλων. Ταυτόχρονα, αν η εικόνα για την πραγματικότητα και τον εαυτό του, βασίζεται συνεχώς στις ξένες αντιλήψεις και όχι στις προσωπικές του εμπειρίες, οδηγείται το άτομο σε παραμόρφωση της προσωπικής του εικόνας, καθώς θα συμπεριφέρεται όπως το θέλουν οι άλλοι κι όχι όπως επιθυμεί το ίδιο, οπότε οδηγείται στη νεύρωση. Κάνοντας διαφορετικά πράγματα απ’ότι πιστεύει το άτομο δοκιάζει άγχος, που παράγεται από την αρνητική αυτοεκτίμηση. Για να προστατευθεί από το άγχος δημιουργούνται ψεύτικες παραπλανητικές αξίες για να επέλθει συμφωνία με τις πράξεις του. Καθώς όλο και περισσότερες αξίες αντικαθίστανται από ψεύτικες, μειώνοντας συνεχώς την αυτοεκτίμηση και την τάση για αυτοπραγμάτωση, καταλήγει το άτομο σε ακραίες καταστάσεις συνολικής αποδιοργάνωσης της προσωπικότητας, με αποτέλεσμα να εμφανίζει ψυχωτικές συμπεριφορές (σχιζοφρένεια κτλ).

Θεραπευτικές τεχνικές

Η θεραπευτική αγωγή που ακολουθεί ο Rogers αποσκοπεί στην ανατροπή της διαδικασίας που προκαλεί το άγχος, τη νεύρωση και την ψύχωση, με κύρια επιδίωξη την ελάττωση των παραπλανητικών αξιών, την αύξηση της αυτοεκτίμησης και τη δημιουργία μεγαλύτερης συμφωνίας ανάμεσα στις εμπειρίες (πράξεις) και τη συνείδηση του ατόμου. Ο θεραπευτής αναλαμβάνει να ενισχύσει την αυτοεκτίμησή του, να του δείξει θετική εκτίμηση, να τον αντιμετωπίσει με κατανόηση και συμπάθεια, ως μια αυθύπαρκτη μοναδική οντότητα με προσωπικά ξεχωριστά προβλήματα.

Το άτομο στη μη-κατευθυντική ψυχοθεραπεία θεωρείται ικανό να οδηγεί τη θεραπεία, τείνοντας προς μεγαλύτερη αυτονομία. Δε δέχεται την προσδιοριστική δύναμη του υποσυνειδήτου, ούτε την κυριαρχία των σεξουαλικών εμπειριών της νηπιακής και παιδικής ηλικίας στη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Το βάρος της θεραπείας τοποθετείται στα παρόντα βιώματα του ασθενή, χωρίς να αποκλείεται και η αναφορά σε περασμένες εμπειρίες του παρελθόντος.


Η GESTALT Θεραπεία


Η θεραπεία Gestal, δίνει έμφαση στη σύλληψη του ατόμου ως όλου, στην ενεργοποίηση και στην ανάπτυξη ολόκληρης της προσωπικότητας. Η θεραπευτική προσπάθεια αποβλέπει στο να βοηθήσει το άτομο να κατανοήσει τα συναισθήματά του, ν’αναπτύξει όλες του τις αισθητηριακές και γνωστικές ικανότητες, να μάθει ν’αξιοποιεί όλες τις πληροφορίες που λαμβάνουν τα αισθητήρια όργανά του και ν’αντιμετωπίζει τα πράγματα με προσωπική ευθύνη και άμεσα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο “εδώ και τώρα” και στην αυτοπραγμάτωση και αυτοπροσδιορισμό του ανθρώπου. Η κυριότερη επιδίωξη της Γκεστάλτ θεραπείας είναι η λεπτό προς λεπτό γνώση του εαυτού του ατόμου. Ο θεραπευτής είναι μαζί με τον πελάτη συνεξερευνητές. Ο πελάτης παροτρύνεται από τον θεραπευτή να βιώσει πλήρως το “ποιός είναι” κάθε στιγμή. Αυτό κατορθώνεται με το να δίνεται προσοχή, όχι μόνο στις σκέψεις του ή στις ιδέες του. αλλά επίσης στη στάση του σώματος, στις χειρονομίε και γενικά στη μη λεκτική επικοινωνία, καθώς επίσης και στις σωματικές και πνευματικές του εμπειρίες. Επίσης γίνεται χρήση Video, και έτσι ψυχοθεραπευτής και ψυχοθεραπευόμενος στο τέλος της συνεδρίας έχουν τη δυνατότητα να την παρακολουθήσουν μαζί. Συχνά υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο πως φανταζόμαστε ότι είμαστε και στο πως πραγματικά είμαστε. Οι θεραπευτές Γκεστάλτ δεν επιθυμούν και δεν ενθαρρύνουν την αλλαγή της συμπεριφοράς του πελάτη. Αντίθετα, πιστεύουν πως με το να διακηρύξει κάποιος την πρόθεσή του ν’αλλάξει, το μόνο που κατορθώνει είναι να προκαλέσει μια εσωτερική σύγκρουση, γεγονός που συνήθως δεν είναι αποδοτικό. Μόνο δια μέσου της πλήρους και σταθερής βίωσης και γνώσης της κατάστασης του εαυτού του κάθε στιγμή, θα θελήσει ο πελάτης να κάνει κάτι διαφορετικό. Μερικά άτομα παίρνουν μερικές γεύσεις της συμπεριφοράς και δεν διορθώνονται. Δουλειά του θεραπευτή είναι να παρατηρεί τον ψυχοθεραπευόμενο, να επανατροφοδοτεί τις παρατηρήσεις, να τον ενθαρρύνει να γίνει περισσότερο ενήμερος της συμπεριφοράς του, και να την γευθεί στο σύνολό της. Τον απομακρίνει από το να συζητάει τι σκέφτεται και τα “πρέπει”. Στέκεται με αυτό που είναι πραγματικό και το δοκιμάζει καθολοκληρία. Στη Γκεταλτ βλέπουμε το “τι” και το “πως”, ενώ η ερώτηση “γιατί” είναι άσχετη. Μόλις καταλάβεις τι κάνεις και πως το κάνεις , μπορείς να το διορθώσεις. Η ενημερότητα, λοιπόν, είναι το κλειδί για να συγκεντρωθεί στο εδώ και τώρα. Η γνησιότητα σημαίνει ότι ο θεραπευτής είναι ανοιχτός, ειλικρινής με τα αισθήματά του, δεν καμουφλάρεται, είναι ο εαυτός του, κάτι που λέει το εννοεί.

7) ΥΠΕΡΠΡΟΣΩΠΙΚΗ “ΘΕΡΑΠΕΙΑ”

Πολλοί από σας πιθανά να ακούσουν με δυσπιστία κάποιον που ισχυρίζεται πως βαθιά μέσα του φέρει έναν υπερπροσωπικό εαυτό, έναν εαυτό που υπερβαίνει την ατομικότητά του και τον συνδέει με έναν κόσμο που βρίσκεται πέρα από το συμβατικό χωρόχρονο. Είναι μεγάλη δυστυχία για το δυτικό κόσμο η ολοένα αυξανόμενη τάση μας για καταστολή της υπέρβασης. Η καταστολή αυτή αναμφίβολα ευθύνεται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη καταστολή για το σύγχρονο πολιτισμό της δυστυχίας μας. Οι ρίζες αυτής της κοινωνίας, έστω και αν δεν το γνωρίζει, κρατούν γερά μέσα στο χώμα της υπέρβασης. Η καταπιεσμένη υπέρβαση δεν εξαφανίζεται και αναδύεται στην επιφάνεια με διάφορες μεταμφιέσεις. Συνήθως παίρνει τη μορφή κάποιου ενδιαφέροντος για το διαλογισμό, τα ψυχικά φαινόμενα, τη γιόγκα, τις ανατολικές θρησκείες, τις μεταβαλόμενες καταστάσεις συνείδησης, τις εξωσωματικές εμπειρίες και τις εμπειρίες ανθρώπων που έφθασαν κοντά στο θάνατο. Ωστόσο, παρά τον κατακλυσμό της υπέρβασης που μας περιβάλλει, οι περισσότεροι δυτικοί ακόμη προβληματίζονται πως είναι δυνατόν να υπάρχει μέσα τους μία συνειδητότητα η οποία επειδή ακριβώς υπερβαίνει το άτομο,είναι απαλλαγμένη από προσωπικά προβλήματα, εντάσεις και άγχη. Ας δούμε όμως λίγο την ιστορία της υπερπροσωπικής ψυχολογίας.

Ο Καρλ Γιούνγκ, μαθητής του Φρόϋντ και υποψήφιος διάδοχός του, ήρθε σε ρήξη με τον δάσκαλό του επειδή υποστήριξε την ύπαρξη ενός υπερπροσωπικού ψυχικού επιπέδου που ονόμασε Συλλογικό ασυνείδητο. Ο Γιουνγκ αφιέρωσε πολύ χρόνο στη μελέτη της παγκόσμιας μυθολογίας. Γνώριζε ολόκληρα πάνθεα από κινεζικούς, αιγυπτιακούς, ινδιανικούς, ελληνικούς, ρωμαϊκούς και ιδικούς θεούς και θεές, δαίμονες και θεότητες, τοτεμισμούς και ανιμισμούς, αρχαία σύμβολα, εικόνες και μυθολογικά μοτίβα. Φανταστείτε την κατάπληξή του όταν ανακάλυψε ότι αυτές οι πρωτόγονες μυθολογικές εικόνες εμφανίζονται κανονικά και αλάνθαστα στα όνειρα και στις φαντασιώσεις των σύγχρονων πολιτισμένων ευρωπαίων, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν έχουν συνειδητή γνώση αυτών των μύθων. Και βέβαια τίποτε δεν έδειχνε ότι κατείχαν την ακριβή γνώση της μυθολογίας που έβλεπαν στα όνειρά τους. Αυτή την γνώση δεν την απέκτησαν ατη διάρκεια της ζωής τους. Επομένως, βγαίνει λογικά το συμπέρασμα ότι κατά κάποιο τρόπο αυτά τα βασικά μυθολογικά θέματα αποτελούν κάποιες έμφυτες ψυχικές δομές που ενυπάρχουν σε κάθε μέλος της ανθρώπινης φυλής. Αυτές οι πρωταρχικές εικόνες ή αρχέτυπα, όπως τα απεκάλεσε ο Γιούνγκ, είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους. Δεν ανήκουν σε κάποια ιδιαίτερο άτομο, αλλά αντίθετα είναι υπερπροσωπικά, συλλογικά και υπερβατικά. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει μια ηλικία μερικών εκετομμυρίων χρόνων και μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα αναγκαστικά εξέλιξε ορισμένους βασικούς τρόπους αντίληψης και σύλληψης της πραγματικότητας, με τον ίδιο τρόπο ακριβώς που εξελίχθηκαν τα χέρια μας έτσι ώστε να πιάνουν τα φυσικά αντικείμενα του περιβάλλοντος. Αυτοί οι βασικοί. Μυθολογικοί τρόποι σύλληψης της πραγματικότητας είναι τα αρχέτυπα. Επειδή μάλιστα η βασική εγκεφαλική δομή είναι παρόμοια, το κάθε άτομο μπορεί να φέρει μέσα τουτα ίδια βασικά αρχέτυπα. Ο Γιουνγκ ονόμασε αυτό το βαθύ επίπεδο όπου εδρεύουν τα αρχέτυπα, <<Ομαδικό ή συλλογικό Ασυνείδητο>>. Τα τμήματα του ατομικού ασυνειδήτου περιέχουν προσωπικές μνήμες, επιθυμίες, ιδέες, εμπειρίες και δυνατότητες. Αλλά τα βαθύτερα επίπεδα του ομαδικού ασυνειδήτου φιλοξενούν τις συλλογικές κεντρικές ιδέες ολόκληρης της ανθρωπότητας. Σύμφωνα με τον Γιουνγκ, είτε το γνωρίζουμε έιτε όχι, ζουν μέσα μας και συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται δυναμικά, με τρόπους δημιουργικούς ή καταστροφικούς. Επομένως, ο σκοπός ορισμένων τύπων θεραπείας της υπερπροσωπικής περιοχής, τέτοια είναι και η θεραπεία του Γιουνγκ, έγκειται στο να αναγνωρίσουμε συνειδητά, να συμφιλιωθούμε και να χρησιμοποιήσουμε εμείς αυτές τις πανίσχυρες δυνάμεις, αντί να μας χρησιμοποιήσουν εκείνες με ασυνείδητους τρόπους και μάλιστα ενάντια στη θέλησή μας. Κατά μία ιδιαίτερη έννοια, αυτό απαιτεί, από εμάς να μάθουμε να ζούμε μυθολογικά. Μια τέτοια απαίτηση μπορεί να προκαλέσει σύγχυση σε πολλούς, επειδή εμείς οι σύγχρονοι έχουμε ελάχιστη σχέση με οτιδήποτε μυθολογικό. Για παράδειγμα, όταν μέσα στα πλαίσια του πολιτισμού μας λέμε ότι κάτι είναι μύθος, εννοούμε ότι είναι ψέματα, μια πρωτόγονη φαντασία ή στην καλύτερη περίπτωση μία επιθυμητή σκέψη. Εδώ, όμως, δεν θα ασχοληθούμε με αυτή την άποψη. Το να ζούμε μυθολογικά σημαίνει μάλλον να αρχίσουμε να συλλαμβάνουμε το υπερβατικό, να το βλέπουμε ζωντανό μέσα μας, μέσα στη ζωή μας, στους φίλους μας , την εργασία ή το περιβάλλον μας. Η μυθολογία μας ανοίγει τον κόσμο της υπέρβασης. Όπως είπε ο Κουμαρασβάμι, το <<Μια φορά κι ένα καιρό>> με το οποίο αρχίζουν όλα τα παραμύθα είναι στην πραγματικότητα <<κάποια φορά πέρα από τον χρόνο>>. Το παραμύθι που ακολουθεί μετά από αυτή τη φράση ανήκει σε έναν κόσμο στον οποίο προσωρινά παύει να υφίσταται ο χωρόχρονος, υπάρχουν ανώτεροι νόμοι και μπορεί να συμβεί οτιδήποτε. Επομένως, επειδή ο πραγματικός κόσμος είναι ο κόσμος των μη τεχνιτών φραγμάτων ( που υψώνει ο εγωκεντρικός νους του ανθρώπου), η γλώσσα και ο οραματισμός της μυθολογίας βρίσκονται πλησιέστερα στην πραγματικότητα από ότι η γραμμική λογική και η αφηρημένη σκέψη.

Επομένως το να ζεί κάποιος μυθολογικά σημαίνει να αρχίσει να ανοίγει τον εαυτό του στο διευρυμένο κόσμο των μη φραγμάτων. Αυτό δεν δημαίνει ότι εγκαταλείπουμε μονομιάς το συμβατικό κόσμο των φραγμάτων και αποσυρόμαστε σε μυθολογικές φαντασιώσεις, πράγμα που οπωςδήποτε είναι επικίνδυνο. Σημαίνει μάλλον πως ανοίγουμε τον εαυτό μας στη μυθολογική υπέρβαση και οδηγούμε την αντίστοιχη συνειδητότητα μέσα στον συμβατικό μας κόσμο. Επαναζωτικοποιοούμε την ύπαρξή μας, όταν τη συνδέουμε με μια πηγή πολύ βαθύτερη από την ίδια. To να αναπτύξουμε μία μυθολογική άποψη δεν είναι μάταιη υπόδειξη. Σύμφωνα με τον Γιούνγκ, αυτές οι μυθολογικές εικόνες τα αρχέτυπα, υπάρχουν ήδη μέσα σε κάθε άτομο και μπορούν να δραστηριοποιηθούν από οποιαδήποτε κατάσταση που κυριαρχεί στο ιδιαίτερο αρχέτυπο. Τότε, η αρχετυπική εικόνα επιφέρει κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα στη συμπεριφορά. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια ελαφρή επίδραση ή η ολοκληρωτική κατοχή. Την ίδια στιγμή, η αρχετυπική εικόνα μπορεί να διακρίνεται ξεκάθαρα μέσα στα όνειρα, τις φαντασιώσεις, τις αναπολήσεις, τη φαντασία ή και τις παραισθήσεις του ατόμου. Για παράδειγμα, είναι δυνατόν κάποιος να δεί ένα <<όνειρο κλειδί>>, στο οποίο η κεντρική εικόνα είναι μια σφίγγα, μια γοργόνα, ένα μεγάλο ερπετό, ένα φτερωτό άλογο ή κάποιο άλλο μυθολογικό υλικό. Στη συνέχεια, και μέσα από μία σχετικά μικρή μελέτη της αρχαίας μυθολογίας, το άτομο θα μπορέσει να μάθει εύκολα τι σημαίνουν αυτές οι μυθολογικές εικόνες για την ανθρώπινη φυλή σαν σύνολο και τι σημαίνουν για τι δικό του ομαδικό ασυνείδητο. Όταν ενσωματώσει το όλο νόημα στη συνειδητή του επίγνωση, δεν ελέγχεται πλέον από αυτό. Έτσι η ένταση που προκαλεί το ψυχικό περιεχόμενο στα βάθη της ψυχής του ατόμου, αρχίζει να ελαττώνεται. Επίσης, αρχίζει να σπάζει η επιφανειακή κρούστα που παρουσιάζει η φυσιολογική εγωική επίγνωση. Το σπάσιμο αυτό επιτρέπει στο άτομο να αναπτύξει το υπερβατικό, δηλαδή εκείνες τις διαδικασίες που υπερβαίνουν την προσωπική του ζωή αλλά και που αναμφισβήτητα αποτελούν κομμάτι του βαθύτερου εαυτού του. Ας δούμε τώρα πως ακριβώς συμβαίνει η αλλαγή προς ένα βαθύτερο, υπερπροσωπικό εαυτό. Όταν το άτομο αρχίζει να βλέπει τη ζωή του μέσα από τα μάτια των αρχετύπων και των μυθολογικών εικόνων, που είναι κοινές στην ανθρωπότητα, η συνείδησή του αρχίζει να κατευθύνεται σε μια παγκόσμια προοπτική. Δεν βλέπει πλέον τον εαυτό του με τα δικά του μάτια, αλλά μέσα από τα μάτια του συλλογικού ανθρώπινου πνεύματος. Δεν έχει πλέον κάποια προκατάληψη εξαιτίας της προσωπικής του θέσης. Αν η διαδικασία αυτή επιταχυνθεί με τον σωστό τρόπο, θα έχει σαν αποτέλεσμα την ποιοτική διεύρυνση του ατόμου, καθώς και την ανακάλυψη μιας νέας ταυτότητας του εαυτού. Το άτομο δεν ταυτίζεται πλέον αποκλειστικά με το εγώ του και έτσι δεν πνίγεται πια από τα καθαρά προσωπικά προβλήματα και δράματα. Πετυχαίνοντας να αποστασιοποιηθεί από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο προσωπικός εαυτός, τα υπερβαίνει και παραμένει ανέγγιχτος. Ανακαλύπτει μία ήσυχη πηγή εσωτερικής δύναμης, η οποία παραμένει ατάραχη σαν το βυθό του ωκεανού, ακόμη και όταν τα επιφανειακά κύματα της συνείδησης σαρώνονται από χείμαρρους πόνου, άγχους ή απόγνωσης. Όσο αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είμαστε τα άγχη μας, τόσο δεν απειλούμαστε από αυτά. Και αν ακόμη το άγχος είναι παρόν δε μας καταβάλλει, αφού δεν είμαστε πλέον ταυτισμένοι μαζί του. Δεν το τρέφουμε, δεν το πολεμάμε, δεν του αντιστεκόμαστε, ούτε και τρέχουμε για να ξεφύγουμε από αυτό. Αποδεχόμαστε ολοκληρωτικά το άγχος έτσι όπως είναι και του επιτρέπουμε να κινείται όπως θέλει. Δεν κερδίζουμε, ούτε χάνουμε τίποτε από την παρουσία ή την απουσία του. Απλά το παρακολουθούμε να έρχεται και να φεύγει. Έτσι, όταν μας διαταράσσει οποιοδήποτε συναίσθημα, σκέψη, μνήμη ή εμπειρία, αυτό συμβαίνει απλά και μόνο επειδή ταυτιστήκαμε ολοκληρωτικά μαζί του. Επομένως, για τη ριζική διάλυσή του επαρκεί απλά η απόσυρσή μας από αυτό.

Σιγά-σιγά, καθώς προχωράμε στη “θεραπεία” της αποταύτισης, ίσως ανακαλύψουμε ότι ολόκληρος ο ατομικός εαυτός η περσώνα, το εγώ που πασχίζαμε μέχρι τότε να υπερασπιστούμε και να προστατεύσουμε, αρχίζει να γίνεται διάφανος και να διαλύεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι μένουμε ξαφνικά χωρίς σώμα, αλλά μάλλον ότι αρχίζουμε να αισθανόμαστε πως ό,τι συμβαίνει στον προσωπικό εαυτό - οι επιθυμίες μας, οι ελπίδες και οι οδύνες μας - δεν αποτελεί ζήτημα ζωής και θανάτου. Αυτό συμβαίνει, επειδή υπαρχει μέσα μας ένας βαθύτερος και ουσιαστικότερος εαυτός που δεν τον αγγίζουν οι περιφερειακές εναλλαγές και τα επιφανειακά κύματα της μεγάλης αναταραχής. Καθώς το άτομο μεταβαίνει από την ταύτισή του με την περσόνα σε μια πληρέστερη και ακριβέστερη ταυτότητα, δεν χάνει την πρόσβασή του στην περσόνα. Απλά δεν διατηρεί πλέον την προσκόλλησή του σε αυτήν. Εξακολουθεί να την φορά, όποτε τα αποφασίσει. Οι λόγοι για τους οποίους γίνεται αυτό είναι πολλοί. Για παράδειγμα, όταν υπάρχει η διάθεση να δώσει το άτομο <<μια καλή παράσταση>>, μια περιστασιακή πρόσοψη για κοινωνικούς πρακτικούς λόγους ή και για λόγους που επιβάλλει η λεγόμενη ευπρέπεια. Ωστόσο, σε καμιά περίσταση δεν είναι ταυτισμένος με αυτόν τον ρόλο. Πριν εισέλθει στο υπερπροσωπικό επίπεδο δεν μπορούσε να απορρίψει το προσωπείο (την περσόνα), ούτε απέναντι στους άλλους, ούτε απέναντι στον εαυτό του. Αυτό φυσικά ήταν και το πρόβλημά του. Τώρα, όμως, μπορεί απλά να χρησιμοποιεί ή να μη χρησιμοποεί το προσωπείο του. Τελικά, εκείνο που διαλύεται, όταν μεταβαίνει κάποιος από το επίπεδο της περσόνα στο υπερπροσωπικό επίπεδο δεν είναι η ίδια η περσώνα, αλλά το φράγμα και η μεταξύ τους διαμάχη.

Από τη θέση του υπερπροσωπικού εαυτού το άτομο αρχίζει να θεωρεί το νού και το σώμα του με τον ίδιο τρόπο που θεωρούσε προηγούμενα όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα έστω κι αν αυτά είναι ένα ραπέζι, ένα δέντρο, ένας σκύλος ή ένα αυτοκίνητο. Κάτι τέτοιο ακούγεται ίσως σαν συμπεριφορά απαξίωσης αλλά η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική. Το άτομο που δεν ταυτίζεται με τον οργανισμό του αποδέχεται και φροντίζει περισσότερο από πριν το νου και το σώμα του. Μια και δεν τον δεσμεύουν πια, δεν αποτελούν κάποια φυλακή που στερεί την ελευθερία του. Παράλληλα αρχίζει να συμπεριφέρεται σε όλα τα αντικείμενα του περιβάλλοντος σαν αυτά να είναι ο εαυτός του. Η παγκόσμια ευσπλαχνία για την οποία μιλούν τόσο συχνά οι μύστες πηγάζει από αυτόν ακριβώς τον τύπο της υπερπροσωπικής διαίσθησης. Αυτή η ευσπλαχνία ή Αγάπη, ανήκει σε ένα διαφορετικό επίπεδο από εκείνη που συναντάει κανείς στο επίπεδο της περσόνα. Στο υπερπροσωπικό επίπεδο αρχίζουμε να αγαπάμε τους άλλους όχι επειδή μας αγαπούν, μας προσφέρουν την επιβεβαίωσή τους, αντανακλούν τους εαυτούς μας ή μας εξασφαλίζουν μέσα στις ψευδαισθήσεις μας, αλλά επειδή εκείνοι ΕΙΝΑΙ ΕΜΕΙΣ. Η χριστιανική διδασκαλία σε λέει << αγάπα τον πλησίον σου όπως αγαπάς τον εαυτό σου>>, αλλά αγάπα τον πλησίον σου σαν Εαυτό σου>>. Θα μπορούσε να συμπληρώσει κανείς κανείς εδώ, όχι μόνο τον πλησίον σου αλλά και ολόκληρο το περιβάλλον σου. Τότε το άτομο αρχίζει να ενδιαφέρεται για το περιβάλλον του, όπως ενδιαφέρεται για τα χέρια ή τα πόδια του.


Υ.Γ.

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ



Στο Κ.Ψ.Θ.Α. χρησιμοποιείται ένα Συνθετικό Μοντέλο Ψυχοθεραπείας που αξιοποιεί τεχνικές και στοιχεία από όλες τις ανωτέρω σχολές, για να τις προσαρμόσει στις εκάστοτε ανάγκες του συγκεκριμένουνατόμου. Μια ειδική ψυχοθεραπεία είναι σαν ένα κλειδί που δεν μπορεί να ανοίξει όλες τις πόρτες και αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το θετικό αποτέλεσμα και όχι η ιδεολογική προσκόλληση σε μια θεωρία...


20/4/08

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΩΝ ΑΓΧΩΔΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ

Ψ


ΨΥΧΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ :


Το άγχος στις ποικίλες μορφές της έκφρασής του, συνυφαίνεται κατά κανόνα με μιαν απωθημένη επιθυμία και είναι θεραπεύσιμο δια της ερμηνευτικής ψυχαναλυτικής παρέμβασης. Ο Φροϋντ αρχικά διέκρινε την αμιγή αγχώδη νεύρωση ή <<ενεστώσα νεύρωση>> από την φοβική νεύρωση ή <<αγχώδη υστερία>>, όπως την ονόμαζε. Η πρώτη ( ενεστώσα νεύρωση) θεωρείται ότι οφείλεται σε μια συσσώρευση λιβιδινικής διέγερσης, η οποία μεταμορφώνεται άμεσα σε συμπτώματα ( βιωματικά και νευροφυτικά), χωρίς ψυχική μεσολάβηση. Στην φοβική νεύρωση το άγχος επενδύεται δευτερογενώς σε ένα υποκατάστατο αντικείμενο Η υποκατάσταση είναι μια συμβολική ψυχική διεργασία, μια μετάθεση της πρωτογενούς τραυματικής εμπειρίας, μια αφήγηση που οργανώνουν οι φάσεις της ψυχοσυναισθηματικής εξέλιξης*

και ο εκάστοτε συνδυασμός των μηχανισμών άμυνας.* Η Γενετική υπόθεση υποστηρίζει ότι όλα ανεξαιρέτως τα άτομα περνούν από συγκεκριμένα στάδια κατά τη διάρκεια της εξέλιξής τους. Το κάθε στάδιο χαρακτηρίζεται από το μέρος του σώματος το οποίο χρησιμοποιείται σαν ερωτογενής ζώνη για να ικανοποιήσει το σεξουαλικό ένστικτο. Η ελλειμματική ή υπερβολική ικανοποίηση του σεξουαλικού ενστίκτου προκαλεί την καθήλωση της σεξουαλικής ψυχικής ενέργειας (Libido) στο στάδιο αυτό και την παρεμπόδιση της ομαλής εξέλιξης του ατόμου στα επόμενα στάδια. Έτσι η λιβιδινική καθήλωση θα προκαλέσει την παλινδρόμηση στο στάδιο που έγινε η καθήλωση σε κάθε περίπτωση που το άτομο θα βιώσει ψυχοπιεστικές καταστάσεις. Διακρίνουμε έτσι τα κάτωθι πέντε στάδια : 1) Το στοματικό στάδιο : Περιλαμβάνει τους 18 πρώτους μήνες της ζωής. Σ’αυτό ερωτογενής περιοχή είναι το στόμα. Το παιδί αρέσκεται να θηλάζει, να πιπιλίζει, να γεύεται, να καταπίνει και γενικά να τοποθετεί κάθε είδους αντικείμενα στο στόμα. 2) Το πρωκτικό στάδιο : Διαρκεί από το 1ο μέχρι το 3ο έτος και αντιστοιχεί στην χρονική περίοδο που γίνεται από τους γονείς η εκπαίδευση του παιδιού στον έλεγχο των σφιγκτήρων του. Το παιδί αντλεί ευχαρίστηση από το να κατακρατεί τα κόπρανά του ή από το να τα προσφέρει υπό μορφή δώρου στον γονέα. 3) Το φαλλικό στάδιο : Διαρκεί από το 3ο μέχρι το τέλος του 5ου έτους. Σ’αυτό η ερωτογενής περιοχή εντοπίζεται στα γεννητικά όργανα. Στο στάδιο αυτό εμφανίζεται ερωτογόνος προσκόλληση του παιδιού στον ετερόφυλο γονέα και επιθετικά αισθήματα απέναντι στον ομόφυλο γονέα ( ο οποίος θεωρείται αντίπαλος στις επιθυμίες αποκλειστικής κατοχής του αντικειμένου αγάπης). Η προσκόλληση των αγοριών στην μητέρα τους ονομάστηκε από τον Φρόϋντ Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, ενώ η αντίστοιχη προσκόλληση των κοριτσιών στον πατέρα τους ονομάστηκε σύμπλεγμα της Ηλέκτρας. Τα πιο πάνω συμπλέγματα λύνονται τελικά με την ταύτιση με τον γονέα του ίδιου φύλου. ( άγχος του ευνουχισμού-φθόνος του πέους).

Εάν μια φοβία συνιστά κατά κάποιο τρόπο τον προσωπικό μύθο του νευρωσικού υποκειμένου, η αγχώδης νεύρωση είναι η έλλειψη μύθου (non-fiction).

Στην ολοκληρωμένη μορφή της θεωρίας του, όπως την διατυπώνει μετά το 1920, ( Ερμηνευτική των ονείρων,Ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής) κυρίως ανάγει το άγχος σε πρόβλημα επιτυχούς ή ανεπιτυχούς παρέμβασης των αμυντικών μηχανισμών του Εγώ προ των εσωτερικών καταστάσεων κινδύνου : το άγχος, δηλαδή, είναι ένα <<σήμα>>που εκπέμπει το Υπερεγώ(***Δομική θεωρία) οσάκις απαράδεκτα στοιχεία απειλούν να εισβάλλουν στο Συνειδητό πεδίο, προερχόμενα από την δομική υπόσταση <<Εκείνο>> (Ες). Τα στοιχεία αυτά είναι είναι σεξουαλικής ή επιθετικής τάξης, συνεπάγονται το ενδεχόμενο τιμωρίας ή απώλειας του <<αντικειμένου αγάπης>> και δεν αποκτούν ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον παρά μόνο όταν προσλάβουν τον χαρακτήρα μιας ιδεοληψίας, μιας ψυχαναγκαστικής τελετουργίας, μιας υστερικής παράλυσης είτε μιας φοβίας.

Σύμφωνα με την ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΒΑΘΟΥΣ του Carl Gustav Jung όταν τα αρχέτυπα, οι εσωτερικές κλίσεις και τα άλλα στοιχεία που βρίσκονται στο ασυνείδητο δεν βρουν τρόπο να εξελιχθούν, παραμένουν πρωτόγονα και αδιαφοροποίητα και έτσι ασκούν βλαπτική επίδραση στην προσωπικότητα. Σύντομα εμφανίζονται συμπτώματα που εμποδίζουν την προσωπικότητα ν’αναπτύξει μηχανισμούς προσαρμογής στην πραγματικότητα και έτσι εμφανίζεται η νεύρωση.



ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ


Η Karen Horney (1885-1952), απέρριψε την άρνηση του Φρόϋντ να δεχτεί την σημαντική επίδραση της κοινωνίας πάνω στο άτομο και στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του και αμφισβήτησε την άποψη που αντιμετώπιζε το άτομο σαν ζώο που οδηγείται από τα ένστικτά του. Πιστεύει ότι βασική αρχή της συμπεριφοράς δεν είναι το σεξ ή η επιθετικότητα ( έρως και θάνατος), αλλά η ανάγκη για ασφάλεια. Αν το μικρό παιδί δεν πάρει από το περιβάλλον του αυτό το αίσθημα ασφάλειας, θα αναπτύξει ένα βασικό άγχος που θα το αναγκάσει να ζητάει συνεχώς επιβεβαίωση από τους άλλους. Αυτή η επίμονη επιθυμία του θα οδηγήσει σε υποταγή, αυξημένη επιθετικότητα ή απομόνωση. Οι νευρώσεις ξεκινούν σαν αποτέλεσμα των προσπαθειών ενός ατόμου να ξεφύγει από το βασικό άγχος, που δημιουργείται από την απομόνωση και την απελπισία του πραγματικού εαυτού. Ο νευρωτικός διαλέγει συνήθως πλευρές του πολιτισμού που γενικά θαυμάζονται, κι έπειτα τις εξυψώνει σε προσωπικούς στόχους. Η Horney επινόησε την ιδέα πως κάθε νεύρωση έχει εθνικό χαρακτήρα ( υπάρχει ιταλική, γαλλική ,γερμανική, ελληνική νεύρωση κ.λ.π.). Στον Harry Stack Sullivan ( 1892-1949), βρήκε ένα πιστό οπαδό για τις ιδέες της. Ο Sullivan είναι ο δημιουργός της θεωρίας της αλληλοεπίδρασης, σύμφωνα με την οποία, η ανθρώπινη προσωπικότητα αποτελεί συνολικό προϊόν των διαπροσωπικών σχέσεων. Η αιτία της νεύρωσης κατά τον Sullivan έχει τη βάση της στην βρεφική ηλικία. Αν το άτομο που φροντίζει το βρέφος είναι συνέχεια αγχωμένο ή θυμωμένο ή συναισθηματικά αναστατωμένο ή αποδιοργανωμένο, τα δυσάρεστα αυτά συναισθήματα θα μεταβιβαστούν πιθανότατα στο βρέφος.

Ο Erich Fromm (1900-1980), ψυχολόγος και κοινωνιολόγος, όταν το 1933 μετανάστευσε σαν πολιτικός εξόριστος στις ΗΠΑ, γνώρισε και συνδέθηκε με τoν H.S.Sullivan και την Horney. Στην αρχή συμφωνούσε απόλυτα με τις πολιτισμικές απόψεις τους, όμως αργότερα ανακάλυψε πως οι ψυχοθεραπευτικές συνταγές τους δεν είχαν αποτέλεσμα γιατί δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν τον πολιτισμό, παρά μόνο το άτομο. Ο Fromm προσπάθησε να καλύψει αυτό το κενό γράφοντας βιβλία που αναλύουν τα άσχημα της κοινωνίας και δίνουν ψυχοκοινωνιολογικές κατευθύνσεις για την θεραπεία τους. Πίστευε ότι αν ο ψυχοθεραπευτής συμπαραταχθεί με την κοινωνία, τότε θα προσαρμόσει το άτομο και θα διοχετεύσει τις υποσυνείδητες παρορμήσεις του στο πλαίσιο της κοινωνικής ευπρέπειας. Γι’αυτό και η επίσημη ψυχοθεραπεία στερείται ακεραιότητας και γίνεται χρήσιμο εργαλείο στα χέρια της γραφειοκρατίας διαφόρων οργανισμών και οποιασδήποτε υπηρεσίας στηρίζεται στην υποβολή και τον έλεγχο της συμπεριφοράς. (βλ.πλύση εγκεφάλου και πολιτικοί αντιφρονούντες στην πρώην Σοβιετική Ένωση). Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να αναμιχθεί άμεσα στην πολιτική ζωή, αλλά ότι οφείλει να βοηθήσει το άτομο να απαλλαγεί από τις κοινωνικές εξαρτήσεις του, να απελευθερωθεί ακόμη και από το μίσος που μπορεί να τρέφει γι’αυτές τις εξαρτήσεις (αφού το μίσος λειτουργεί σαν τροχοπέδη στην όλη πορεία του). Από την ψυχοκοινωνιολογική άποψη, οι διαταραχές και τα συμπτώματα που ταλαιπωρούν τον ασθενή, καθώς και οι ασυνείδητοι παράγοντες που κρύβονται από πίσω, δεν είναι απλά ψυχολογικοί. Στηρίζονται σ’ολόκληρη τη διάταξη των σχέσεών του με τους άλλους ανθρώπους και, ειδικότερα, στους θεσμούς που υπαγορεύουν αυτές τις σχέσεις: τους κανόνες επικοινωνίας, όπως εφαρμόζονται από την την πολιτιστική παράδοση ή την ομάδα. Εδώ εμπερικλείονται και οι συμβάσεις της γλώσσας και των νόμων, της ηθικής και της αισθητικής, του κατεστημένου ρόλου και ταυτότητας, της κοσμολογίας, φιλοσοφίας και της θρησκείας. Και τούτο γιατί, είναι όλο μαζί το κοινωνικό σύμπλεγμα που δημιουργεί στο άτομο την αντίληψη που έχει για τον εαυτό του, την κατάσταση της συνείδησής του, την αίσθηση της ύπαρξής του.

Ο Fromm πίστευε ότι ο άνθρωπος κυριαρχείται από δύο είδη αναγκών : τις βιόλογικές ανάγκες ( πείνα, δίψα κ.λ.π.) και τις κοινωνικές ανάγκες. Οι πιο σημαντικές απ’αυτές τις κοινωνικές ανάγκες είναι : 1) η ανάγκη του ατόμου να επικοινωνήσει με άλλα άτομα, 2) η ανάγκη του να βελτιωθεί και να τελειοποιηθεί, 3) η ανάγκη του να ανήκει σε μια ομάδα, 4) η ανάγκη να νιώθει ότι έχει μια ξεχωριστή προσωπικότητα και 5) η ανάγκη του να έχει μια κοσμοθεωρία, δηλαδή ένα φιλοσοφικό πλαίσιο για να κατανοεί τον κόσμο. Το κάθε άτομο στην προσπάθειά του να προσαρμοστεί μέσα στην κοινωνία υιοθετεί ένα κοινωνικό τύπο πιστεύοντας ότι έτσι θα δώσει λύση στο πρόβλημα της μοναξιάς του. Αυτό οδηγεί συνήθως στις διάφορες μορφές του μη παραγωγικού κοινωνικού τύπου που είναι : 1) ο υποτακτικός τύπος τον οποίο χαρακτηρίζει ο συμβιβασμός και η καταπίεση που ασκούν οι άλλοι πάνω του, 2) ο εκμεταλλευτής, ο οπίος αναζητά την ασφάλεια μέσα από την άπληστη συγκέντρωση του χρήματος, 3) ο σαδιστής, 4) ο μαζοχιστής και 5) ο αυτόματος τύπος , ο οποίος εκτελεί απλά τις διαταγές του κοινωνικού συστήματος. Υγιής κοινωνικός τύπος είναι μόνο αυτός της παραγωγικής αγάπης, ο οποίος είναι πολύ σπάνιος και δημιουργείται μέσα από μια διαλεκτική σχέση του ατόμου με την κοινωνία.



ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ



Η συμπεριφορική θεωρία ισχυρίζεται ότι οι φοβικές και αγχώδεις διαταραχές είναι απλές εξαρτημένες (μαθημένες) συμπεριφορές σε ειδικά περιβαλλοντικά ερεθίσματα. Στην απλούστερή του μορφή, ένα οντογενετικά αγχογόνο ερέθισμα που φυσιολογικά προκαλεί αντίδραση φυγής, ζευγαρώνει μ’ένα ουδέτερο ερέθισμα και αποκτά έτσι τις ιδιότητες του αγχογόνου, προκαλώντας αντίδραση αποφυγής, παρόμοια με αυτή που προκαλεί το αρχικό ερέθισμα ( πίνακας !). Σύμφωνα με την κλασική παυλοβιανή θεωρία, το εξαρτημένο αγχογόνο ερέθισμα βαθμιαία τείνει να εξαφανισθεί αν δεν ενισχύεται περιοδικά. Ωστόσο, το φοβικό σύμπτωμα δεν φαίνεται να παρουσιάζει αυτή τη βαθμιαία απόσβεση και μπορεί να διατηρείται για χρόνια χωρίς καμία, εμφανή τουλάχιστον, ενίσχυση. Η θεωρία της συντελεστικής μάθησης (operant) επιχειρεί να ερμηνεύσει αυτό το φαινόμενο. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, το άγχος είναι μια ενόρμηση που κινητοποιεί τον οργανισμό να κάνει ό,τι μπορεί για να προλάβει την επώδυνη επίδραση. Από το σύνολο των συμπεριφορών που διαθέτει, ο οργανισμός μαθαίνει ότι μερικές ενέργειες του δίνουν τη δυνατότητα να αποφύγει το ερέθισμα που εκλύει άγχος. Αυτή η συμπεριφορά αποφυγής παραμένει σταθερά για μεγάλο διάστημα ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης που λαμβάνει από την ικανότητά του να περιορίζει την επώδυνη δραστηριότητα. Αυτό φαίνεται να συμβαίνει στις φοβίες όπου η αποφυγή από το φοβογόνο αντικείμενο προστατεύει το άτομο από το άγχος. Είναι δυνατόν οι δύο τρόποι ( κλασική και συντελεστική) να μπορούν να συνδιαστούν: έτσι, ένα ουδέτερο ερέθισμα μπορεί να συνδιαστεί άμεσα με ένα φοβογόνο και να αποκτήσει ιδιότητες φοβογόνου ερεθίσματος,που αν συνδιαστεί τυχαία, μέσω μηχανισμών συνυελεστικής μάθησης θα ενισχυθείή πρώτη μαθηση.

Η θεωρία εξάλλου της κοινωνικής μάθησης του Bandura προσέθεσε πρόσθεσε ένα νέο πρότυπο με μεγαλύτερη εμβέλεια ερμηνείας των ψυχικών διαταραχών. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή το άτομο μαθαίνει μια εσωτερική αντίδραση στο άγχος, μιμούμενο τις αντιδράσεις των γονιών στις αγχώδεις καταστάσεις. Αυτή η εσωτερική υφίσταται μια νοητική επεξεργασία (συμβολοποίηση, γνωσιακή οργάνωση) και οδηγεί σε κάποια συμπεριφορά που για το συγκεκριμένο άτομο έχει αγχομειωτικές ιδιότητες και άρα ενισχύει το αρχικό μιμητικό ερέθισμα.



ΓΝΩΣΙΑΚΗ ΘΕΩΡΙΑ


Γνωσιακά, το άγχος ορίζεται ως μια συγκίνηση που βασίζεται στην εκτίμηση ενός κινδύνου ή απειλής, που έχει έδρα τον κόσμο, στόχο τον <<εαυτό>> και με συνέπειες που είναι δυνατόν να εκδηλωθούν άμεσα ή μελλοντικά. Το εαν η απειλή είναι αντικειμενικά παρούσα δεν είναι καθοριστικό στοιχείο για τη βίωση του άγχους, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι νοητικές ή γνωσιακές του λειτουργίες θα επεξεργαστούν τα ερεθίσματα και θα προδιαγράψουν το είδος των συνακολούθων απαντήσεων. Οι άνθρωποι θα εμπειραθούν άγχος, αν πιστέψουν ότι απειλούνται και ταυτόχρονα αισθάνονται ανεπαρκείς στην αντιμετώπιση της απειλής. Είναι επομένως η ερμηνεία ή παρερμηνεία μιας κατάστασης που είναι απαραίτητη για τη βίωση του άγχους. Η θέση αυτή είναι συνεπής με τη βασική γνωσιακή αρχή κατά την οποία ο τρόπος με τον οπίο οι άνθρωποι δομούν νοητικά την πραγματικότητα, ασκεί καθοριστικό ρόλο στην συμπεριφορά τους, μια αρχή που απηχεί το πνεύμα της Επικτητικής ρήσης << δεν είναι τα πράγματα που ενοχλούν τους ανθρώπους, αλλά οι ιδέες των ανθρώπων για τα πράγματα>>. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει , από την φύση τους οι άνθρωποι είναι προικοδοτημένοι με συστήματα συναγερμού που δίνουν τη δυνατότητα εντόπισης και αντιμετώπισης του κινδύνου. Σύμφωνα με τη γνωσιακή άποψη, το παθολογικό άγχος αντανακλά δυσλειτουργία στο σύστημα συναγερμού που εισάγει και τερματίζει τις απαντήσεις του ατόμου στον κίνδυνο, επιβάλλοντας την επικράτηση δυσπροσαρμοστικών έναντι λειτουργικότερων μηχανισμών. Η δυσλειτουργία του συστήματος συναγερμού αποδίδεται στην παρουσία δυσπροσαρμοστικών νοητικών (γνωσιακών) δραστηριοτήτων, μέσα από τις οποίες το άτομο αντιλαμβάνεται τον κόσμο σαν άκρως επικίνδυνο ή/και τον εαυτό του σαν άκρως ευάλωτο.

Η αύξηση και η πτώση των επιπέδων άγχους, αλλά και η ποιοτική διακύμανσή του, αντανακλούν μια συνεχή νοητική διεργασία με τη διαπλοκή των νοητικών αυτών δραστηριοτήρων, στις οπίες περιγράφονται τα σχήματα, οι διεργασίες και οι τρέχουσες σκέψεις.

Σχήματα

Οι αγχώδεις διαταραχές είναι αποτέλεσμα της ύπαρξης ενός αποταμιευμένου και δυσλειτουργικού σώματος γνώσης τα <<σχήματα>>, με βάση την οποία καταγράφεται και αξιολογείται η εμπειρία. Ένα δυσλειτουργικό σχήμα που <<χαρτογραφεί>> τον κόσμο σαν άκρως επικίνδυνο και /ή τον εαυτό σαν υπερβολικά αδύναμο, καθιστά το άτομο ευάλωτο στην εκδήλωση των αγχωδών διαταραχών μέσα από την επιλεκτική επεξεργασία των πληροφοριών που επιβάλλει. Το πως δημιουργούνται τα σχήματα αυτά δεν είναι γνωστό, αλλά η συμβολή πρώιμων μαθησιακών μηχανισμών θεωρείται πολύ πιθανή.

Διεργασίες

Τα, σε λανθάνουσα συνήθως κατάσταση, δυσπροσαρμοστικά σχήματα ενεργοποιούνται με την ευκαιρία κάποιου συμβάντος και με βάση τη δομή και το περιεχόμενό τους προβαίνουν στην επιλεκτική ή προκατειλημμένη επεξεργασία των τρεχουσών εμπειριών. Το άτομο εστιάζεται περισσότερο σε εκείνα τα χαρακτηριστικά του ερεθίσματος που εμπεριέχουν την αίσθηση της απειλής (επιλεκτικός εστιασμός). Ταυτόχρονα η απειλή μεγενθύνεται ενώ υποτιμάται η ικανότητα του ατόμου να αντιμετωπίσει τις καταστάσεις αυτές (καταστροφοποίηση).

Τρέχουσες αυτόματες σκέψεις

Νοητικές δραστηριότητες που παράγονται ή είναι προϊόντα ενεργοποίησης των δυσπροσαρμοστικών σχημάτων καθώς επεξεργάζονται την τρέχουσα εμπειρία και την επερχόμενη απειλή. Όταν το άτομο έλθει σε επαφή με ένα δυνητικά επικίνδυνο ερέθισμα, συνήθως δημιουργούνται αυτόματα σκέψεις ή εκτιμήσεις που αναφέρονται : Στις πιθανότητες και στο βαθμό βλάβης (πρωτογενείς εκτιμήσεις), αλλά και στην ικανότητα του ατόμου να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο μόνος ή και με την βοήθεια τρίτων.Ο βαθμός άγχους είναι ευθέως ανάλογος των πρωτογενών και αντιστρόφως ανάλογος των δευτερογενών εκτιμήσεων.




Η ΥΠΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ


Ένα κίνημα, που γεννήθηκε και ξεκίνησε μέσα από τη φιλοσοφία και στη συνέχεια διείσδυσε κι αποτέλεσε μια από τις πιο σημαντικές σχολές της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής στον τομέα της ψυχοθεραπείας, είναι ο υπαρξισμός. Ο υπαρξισμός δεν είναι καινούργιο κίνημα, αλλά έχει μια ισχυρή προϊστορία, που ξεκινά πολύ πριν από τον Jean Paul Sartre (1905-1980)και τον Albert Camus. Σαν πιο επιφανείς προδρόμους μπορούμε να αναφέρουμε τον Δανό Soren Kierkegaard (1813-1855 ), που έδωσε μεγάλο βάρος στο “άγχος της ύπαρξης”, τον Nietzsche, τον Dostojevsky και τον Bergson. Επίσης στους φιλοσόφους που σχετίζονται με το υπαρξιστικό μοντέλο δεν θα πρέπει να λησμονηθούν ο Γερμανός φιλόσοφος Edmund Husserl (1859-1938), που θεωρείται ο ιδρυτής της φαινομενολογίας, και ο μαθητής του , επίσης Γερμανός, Martin Heidegger (1889-1976).

Εκτός από τους φιλοσόφους, πολλοί ψυχίατροι και ψυχολόγοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην δημιουργία και ανάπτυξη της υπαρξιακής θεωρίας και θεραπείας. Ανάμεσα στους πρώτους αναφέρουμε τους Ludwig Binswanger, Medard Boss και Victor Frankl, ενώ ανάμεσα στους δεύτερους τους Rollo May και Paul Tilich.Ο υπαρξισμός λοιπόν πρωτοεμφανίστηκε στην Ευρώπη και γρήγορα διαδόθηκε στην Αμερική όπου αναμείχθηκε με τοπικές παραδόσεις και απετέλεσε τον κορμό της Ανθρωπιστικής ψυχολογίας που εμφανίστηκε την δεκαετία του ’60 και του κινήματος για το Ανθρώπινο Δυναμικό ( Human Potential Mouvment ).

Ο υπαρξισμός δεν δέχεται την εφαρμογή της αρχής της αιτιότητας, που χρησιμοποιείται στις φυσικές επιστήμες, στην ψυχολογία. Δεν υπάρχουν σχέσεις αιτίου αποτελέσματος στην ανθρώπινη ύπαρξη. Κάτι που συνέβη σ’έναν άνθρωπο, όταν ήταν παιδί, δεν αποτελεί την αιτία της κατοπινής συμπεριφοράς του ως ενήλικα.Ο Ντέϊβ Πέλζερ, ένας Αμερικανός συγγραφέας που έπεσε για αρκετά χρόνια θύμα οικογενειακής κακοποίησης, στον επίλογο του βιβλίου του “Ένα παιδί που το έλεγαν αυτό” (εκδόσεις Διόπτρα), όπου διηγείται την τραγική ιστορία του, γράφει : << Είμαι ευλογημένος από τον Θεό. Οι δοκιμασίες του παρελθόντος μου έδωσαν τεράστια εσωτερική δύναμη. Προσαρμόστηκα γρήγορα και έμαθα πως να επιζώ στις δύσκολες καταστάσεις. Έμαθα το μυστικό των εσωτερικών κινήτρων. Οι εμπειρίες μου με έκαναν να αποκτήσω μια διαφορετική άποψη για τη ζωή, μια άποψη που άλλοι δεν γνωρίζουν ποτέ. Εκτιμώ απεριόριστα πράγματα που άλλοι θεωρούν αυτονόητα..>>.

Οι άνθρωποι μπορούν να επηρεάσουν τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, να ανακαλύψουν ένα καινούργιο κόσμο, μια νέα ζωή. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποτρέψει μια αρρώστια, μια συμφορά που αντιμετωπίζει, μπορεί όμως να αλλάξει τη στάση του απέναντι σ’αυτές δίνοντάς τους νόημα. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν απελπίζονται εξαιτίας του πόνου τους, αλλά όταν αμφιβάλλουν για το αν ο πόνος τους έχει νόημα, αποδεικνύεται από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Άουσβιτς και στο Νταχάου. Ο Frakl, αναφέρει ότι έγκειται στην ελευθερία του καθενός φυλακισμένου να αποφασίσει τι στάση θα κρατήσει απέναντι σ’αυτές τις συνθήκες, (αγγέλου ή γουρουνιού). Ο Νίτσε γράφει : << Αυτός που ξέρει το “γιατί” στη ζωή θα υπερπηδήσει και κάθε εμπόδιο και για το “πως”>>.

Επίσης, η υπαρξιακή ψυχολογία, εκτός από την αιτιότητα, απορρίπτει και τον θετικισμό, τον ντετερμινισμό και τον υλισμό. Θεωρεί ότι η ψυχολογία δε μοιάζει με τις άλλες επιστήμες και γι’αυτό χρειάζεται να εφαρμόζει την δική της μέθοδο που είναι η φαινομενολογική ανάλυση και να στηρίζεται στις δικές της αρχές, όπως είναι η ύπαρξη μέσα στον κόσμο, η ελευθερία, η υπευθυνότητα, η αυτοϋπέρβαση και άλλες που προέρχονται από την οντολογία του Heidegger. Η υπαρξιακή ψυχολογία δε δέχεται ότι κάτι βρίσκεται πίσω από τα φαινόμενα, γεγονότα, που τα εξηγεί και αιτιολογεί την εμφάνισή τους. Απορρίπτει ερμηνείες της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως το ασυνείδητο, την φυσική ενέργεια, τα ένστικτα, τις ορμές, τα αρχέτυπα, γιατί θεωρεί ότι τα φαινόμενα της ανθρώπινης συμπεριφοράς πρέπει να εξετάζονται άμεσα, όπως ακριβώς παρουσιάζονται. Δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας, ούτε κρύβουν κάτι άλλο. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο υπαρξισμός αντιτάσσεται στον δυϊσμό του υποκειμένου (μυαλό) και του αντικειμένου (σώμα, περιβάλλον) και υποστηρίζει την Ενότητα του ατόμου μέσα στον κόσμο. Όταν οι άνθρωποι μεταχειρίζονται σαν αντικείμενα και αντιμετωπίζουν και οι ίδιοι τους εαυτούς τους σαν αντικείμενα, καθώς αφήνουν τους άλλους να τους χρησιμοποιούν, να τους εκμευαλλεύονται, να τους ελέγχουν, δεν ζουν ανθρώπινα. Αλλά ο άνθρωπος είναι ελεύθερος και μόνο αυτός είναι υπεύθυνος για την ύπαρξή του. Το κοινωνικό περιβάλλον, η κληρονομικότητα, οι ενστικτικές ορμές μπορούν να περιορίσουν την ελέυθερη δράση του ατόμου όχι όμως και τη δυνατότητα να επιλέξει μια στάση προς αυτές τις συνθήκες. Κατά την υπαρξιακή ψυχολογία ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από μια ενεργητική κι όχι παθητική στάση απέναντι στη ζωή, που είναι μια συνεχής σειρά αποφάσεων. Ο άνθρωπος αδιάκοπα επιλέγει μεταξύ του να προχωρήσει μπροστά προς το άγνωστο μέλλον ή να πάει προς τα πίσω προς τη γνωστή ρουτίνα και το εύκολα προβλεπόμενο παρελθόν. Εαν ο άνθρωπος επιλέξει να προχωρήσει προς το μέλλον θα βιώσει το υπαρξιακό άγχος, εαν επιλέξει το status quo θα βιώσει την υπαρξιακή ενοχή ( αίσθημα χαμένων ευκαιριών). Αυθεντικότητα για τους υπαρξιστές σημαίνει να αποδεχθεί κανείς την πιο πάνω επώδυνη κατ’ασταση και να βρεί το θάρρος (από το αίσθημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας) να αντιμετωπίσει το υπαρξιακό άγχος και να υιοθετήσει την στάση του ατόμου που κοιτάζει το μέλλον. Ο άνθρωπος που θέλει να ξεφύγει από την αναγκαιότητα να κάνει υπεύθυνες επιλογές, ζει μια μη αυθεντική μη πραγματική ζωή, καταφεύγοντας στη νεύρωση και την ψύχωση. Αμφιβάλλει για τον εαυτό του, για τις εμπειρίες του, την ύπαρξή του, τις δυνατότητές του και αρχίζει να αποξενώνεται από τον εαυτό του και από τους άλλους, δημιουργώντας ένα ενδόμυχο σύστημα αυταπάτης και μαγικής σημασίας.

Σύμφωνα με τη Λογοθεραπεία, μια έκφραση υπαρξιακής θεραπείας, ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς σκοπό , χωρίς νόημα στη ζωή του. Πολλές ψυχικές διαταραχές παράγονται από την κρίση των νοημάτων και την μη επιτυχή αντικατάστασή τους. Το χάσμα μεταξύ του τι είμαι και του τι μπορώ ή θέλω να είμαι, είναι έμφυτο στην ανθρώπινη ύπαρξη, επομένως η ένταση, που πηγάζει απ’αυτό το χάσμα, συντελεί στην καλή ψυχική υγεία (ψυχικός τόνος-μυϊκός τόνος) και πνευματική ευτυχία του ανθρώπου, γιατί τον προσανατολίζει σε συγκεκριμένες αξίες και στο προσωπικό του νόημα, που πρέπει να εκπληρωθεί.




GESTALT ΘΕΩΡΙΑ ή ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΗ


Ονομάστηκε έτσι από το γερμανικό “Γκεστάλτ” που σημαίνει “συνολική μορφή”. Γεννήθηκε σαν αντίδραση στις ορθόδοξες ψυχαναλυτικές μεθόδους της Ψυχανάλυσης (όπως και η Ροτζεριανή), σε συνδιασμό με το υπαρξιστικό και φαινομενολογικό κίνημα της εποχής του μεσοπολέμου. Ιδρυτής αυτής της θεωρίας είναι ο Γερμανοεβραίος Frederic (Fritz) Perls (1883-1970).

Ο Perls παρουσίασε το μοντέλο του το 1952 και ίδρυσε μαζί με τη γυναίκα του και άλλους συνεργάτες το πρώτο Ινστιτούτο Ολιστικής (συστημικής, οργανισμικής) ψυχοθεραπείας στη Νέα Υόρκη. Ο Perls δυστυχώς δεν έχει παρουσιάσει μια συλλογική θεωρία για την προσωπικότητα και την ανθρώπινη ψυχοπαθολογία, με αποτέλεσμα οι μελετητές του ν’αναγκάζονται να ανατρέχουν σε σημειώσεις, διαλέξεις και συνεντεύξεις για να σχηματίσουν μια εικόνα των απόψεών του.

Η Gestalt δέχεται ότι το άτομο ελέγχει τη συμπεριφορά του, στηριζόμενο στη συγκρότηση των εμπειριών του σ’ένα σύνολο, και στην οργάνωση της αντίληψής του ως όλο. Η κακή οργάνωση αυτής της αντιληπτικής ολότητας προκαλεί την ψυχική διαταραχή. Ως ανθρωπιστής και υπαρξιστής, υποστήριξε ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός, ότι τείνει στην αυτοπραγμάτωση, ότι κρύβει μέσα του δημιουργικές δυνάμεις που χρειάζονται την κατάλληλη ευκαιρία για να εκδηλωθούν, ότι ακολουθεί μια σειρά από στόχους στη ζωή. Εξαιτίας της δημιουργικής του φύσης, η χαμηλή δραστηριότητα επιφέρει κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές. Γενικά οποιαδήποτε κατάσταση εμποδίζει την εξωτερίκευση των θετικών συναισθημάτων, οδηγεί σε φόβους, άγχος, παραμόρφωση της πραγματικότητας, αποξένωση από το φυσικό περιβάλλον, αίσθημα κατωτερότητας, ανία, παγωνιά, ενευρισμό, έλλειψη αυθορμητισμού, και επέρχεται έτσι η ψυχική διαταραχή.