Καλωσόρισμα

Αυτός ο τόπος προσφέρει πλούσια επιστημονική ενημέρωση πάνω σε θέματα ψυχικής υγείας και όχι μόνο! Θα βρείτε άρθρα που αφορούν την ψυχιατρική, την ψυχολογία, την αυτογνωσία και την αυτοανάπτυξη.
Επιπλέον θα διαβάσετε αποσπάσματα από αληθινές ανθρώπινες ιστορίες, που περιγράφουν γλαφυρά το ταξίδι της ψυχής μέσα από τον πόνο και το σκοτάδι προς το φως και τη γαλήνη. Τέλος δίνει τη δυνατότητα επικοινωνίας και ανταλλαγής απόψεων πάνω σε συναφή θέματα. Εύχομαι η περιήγησή σας να είναι χρήσιμη και ενδιαφέρουσα. Δεκτές παρατηρήσεις, ερωτήσεις και προτάσεις.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Oι πληροφορίες που παρέχονται έχουν καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμμία περίπτωση δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη γνωμάτευση και τη θεραπεία του ειδικού!

Τι είναι η Ψυχοσύνθεση


Η Ψυχοσύνθεση είναι μια ψυχολογική θεωρία και πρακτική, που αναπτύχθηκε από την ψυχανάλυση και εξελίχθηκε στην Ανθρωπιστική-Υπαρξιακή ψυχολογία και ακολούθως στην Υπερπροσωπική ψυχολογία. Εμπνευστής της ο Ιταλός ψυχίατρος Roberto Assagioli (1888-1974). Φίλος του C.G. Jung και μέλος της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, ο Assagioli απομακρίνθηκε σταδιακά από τη φροϋδική σκέψη, που θεωρούσε δύσκαμπτη και περιορισμένη, σε σχέση με την ευρύτητα και πολυπλοκότητα του ανθρώπινου ψυχισμού.
Κεντρική και προτότυπη θέση της Ψυχοσύνθεσης είναι ότι την αναλυτική φάση της ψυχοθεραπείας πρέπει να ακολουθεί μιά συνθετική, που να στοχεύει στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας και την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού.

22/4/08

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΧΩΔΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ



Τι είναι ψυχοθεραπεία;


Ο Wolberg το 1988 , αφού ανέλυσε διεξοδικά 39 διαφορετικούς ορισμούς για το τι είναι ψυχοθεραπεία, κατέληξε στον ακόλουθο ορισμό:

<<Η ψυχοθεραπεία είναι η θεραπεία με ψυχολογικά μέσα των προβλημάτων συναισθηματικής φύσεως, κατά την οποία ένα εκπαιδευμένο άτομο δημιουργεί σκόπιμα μια επαγγελματική σχέση με τον ασθενή με σκοπό: 1) την αφαίρεση, μετατροπή ή επιβράδυνση της εξέλιξης υπαρχόντων συμπτωμάτων, 2) την μεταβολή διαταραγμένων διαδικασιών συμπεριφοράς και 3) την προαγωγή θετικής ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας. Εξ’αιτίας του τρίτου σημείου, αν αλλάξουμε τη λέξη ασθενής με την λέξη άτομο, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι << όσο πιο υγιής είσαι, τόσο πιο πολύ ωφελείσαι από την ψυχοθεραπεία>>, με αυτή την ευρεία έννοια. Δηλαδή, κατά την άποψή μου, και όχι μόνο δική μου αλλά ολόκληρου του ανθρωπιστικού αναπτυξιακού ρεύματος, με πολύ σπουδαίους εκπροσώπους όπως ο Α.Maslow , ο C.Roger, ο R.May, o Ken Wilber και πολλούς άλλους, η ψυχοθεραπεία δεν είναι μόνο μια διαδικασία που μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιείται για να μειώνει τα βάσανα της ζωής, αλλά και για να βελτιώνει την ποιότητα ζωής. Όπως θα έλεγε ο Επίκουρος για την επίτευξη του ηδέως ζην. Στις ΗΠΑ και τις προηγμένες χώρες, ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού συμβουλεύεται με ευκολία σε διάφορες φάσεις τη ζωή του, κάποιον ψυχοθεραπευτή. Στην Ελλάδα η ψυχοθεραπεία, όσο ανεβαίνει το μορφωτικό επίπεδο και υποχωρούν η άγνοια, οι προκαταλήψεις και οι δεισιδαιμονίες κατακτά σιγά-σιγά έδαφος, από τους μάγους θεραπευτές, τους αστρολόγους, τα μέντιουμ, τους εξορκιστές, τους χαρτομάντεις, τους καφεμάντεις, χειρομάντεις και όλα τα συναφή επαγγέλματα που καταχρηστικά εξασκούν ένα είδος πρωτόγονης και επισφαλούς ψυχοθεραπείας, υποσχόμενοι, όπως διαβάζουμε στις μικρές αγγελίες: << αλάνθαστες, γρήγορες και σταθερές λύσεις σε κάθε πρόβλημα : οικογενειακό, αισθηματικό, υγείας ή επαγγελματικό>>. Τώρα όλα αυτά τα εκπληκτικά και τηλεφωνικά με το αζημίωτο βέβαια…

Κάθε μορφή ψυχοθεραπείας στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη θεωρία για την ανθρώπινη φύση, για την προσωπικότητα και την ψυχοπαθολογία.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, υπήρξαν κυρίως τρία ρεύματα στην ψυχοθεραπεία : η ψυχοδυναμική σχολή, όπου κυρίαρχο ρόλο έχουν οι ασυνείδητες συγκρούσεις, η συμπεριφορική σχολή, όπου η φυσιολογική και η παθολογική συμπεριφορά θεωρούνται προϊόντα μάθησης και η ανθρωπιστική/υπαρξιακή σχολή, που δίνει πρωταρχική σημασία στην ανθρώπινη ελευθερία βούλησης. Ο κάθε θεραπευτής ακολουθεί τη θεωρία και τις τεχνικές κάποιας από αυτές τις σχολές, αν και η εμπειρία έχει αποδείξει πως δεν ανοίγουν όλες οι κλειδαριές με ένα κλειδί. Εάν διαθέτει την απαραίτητη εκπαίδευση είναι αναγκαίο να μπορεί να χρησιμοποιεί, ανάλογα με την περίπτωση και μια διαφορετική προσέγγιση ή να εκμεταλλεύεται τεχνικές από διαφορετικές θεραπείες ( ταυτόχρονα ή διαδοχικά), που να τις προσαρμόζει στα μέτρα του ασθενούς. Αυτό το μοντέλο ονομάζεται συνθετικό μοντέλο ψυχοθεραπείας, και είναι αυτό που εγώ χρησιμοποιώ κατά κύριο λόγο στην πράξη, παρά το ότι ανήκω εκ πεποιθήσεως στο ανθρωπιστικό-υπαρξιακό ρεύμα. Ο ψυχίατρος καλείται να διαγνώσει τη διαπλοκή των βιολογικών, γενετικών και ψυχοδυναμικών παραγόντων, πριν αποφασίσει την γραμμή που θα ακολουθήσει Πέρα από όλες τις ταμπέλες και πάνω από όλες τις φιλοσοφικές διαφωνίες, εκείνο που προέχει είναι η βελτίωση της κατάστασης του ασθενούς. Από σοβαρές μελέτες έχει βρεθεί ότι αυτό που κάνει τελικά τη διαφορά ανάμεσα στους θεραπευτές δεν είναι τόσο η σχολή που ακολουθούν, αλλά ο τρόπος που την εξασκούν. Η επίτευξης της σωστής θεραπευτικής σχέσης αποτελεί τη βάση κάθε περαιτέρω προσπάθειας. Στις περιπτώσεις που ο θεραπευόμενος δεν είναι έτοιμος ή δεν θέλει να γίνει καλά, κανένας θεραπευτής δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Πολλές φορές ο θεραπευόμενος δε θέλει να γίνει καλά, γιατί φοβάται την αλλαγή, την οποία φαντάζεται σαν απάρνηση ενός αγαπημένου κομματιού του εαυτού του, επειδή εσφαλμένα πιστεύει ότι, τις αλλαγές στη ζωή του κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα του τις επιβάλλει ο ψυχοθεραπευτής. Εννοείται ότι η ψυχοθεραπεία είναι μια εθελοντική διαδικασία που στοχεύει στην αύξηση και όχι στην ελάττωση της ελευθερίας του ατόμου. Εάν υπάρχει έστω και μια αμυδρή επιθυμία θεραπείας, ο θεραπευτής καλείται με επιδεξιότητα να υπερνικήσει τις αντιστάσεις και τους φόβους του ασθενούς, παρέχοντάς του σωστή πληροφόρηση και εναλλακτικές θεωρήσεις, μέσα σε ένα κλίμα ενσυναίσθησης (empathy), ζεστασιάς (warmth), γνησιότητας (genuineness), ενθάρρυνσης και αποδοχής, στοιχεία που πρέπει να αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά της θεραπευτικής συμμαχίας.

Α) Ψυχαναλυτικές:


Αποτελούν ένα φάσμα, που στο ένα άκρο του έχει την Α1) κλασική ψυχανάλυση και στο άλλο την Β) ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, που αποτελεί την πιο διαδεδομένη μορφή. Η ψυχανάλυση είναι η πιο εντατική και η πιο μακρόχρονη και στηρίζεται στην ερμηνεία και την εναισθησία (insight). Α2) H βραχεία δυναμική ψυχοθεραπεία είναι εστιακή

(ασχολείται, δηλαδή, με ένα πρόβλημα του ασθενούς) και είναι περιορισμένη στο γνωσιακό επίπεδο, ενώ η ομαδική ανάλυση και η Α3) ομαδική ψυχοθεραπεία επιχειρούν να συνδυάσουν τα δυναμικά ομάδας με την ατομική αναλυτική εργασία.

Οι δύο πρώτες μορφές απευθύνονται σε σχετικά περιορισμένο αριθμό νευρωτικών ασθενών. Ενώ η ψυχανάλυση έχει ως βασικό σκοπό την αποκάλυψη και θεραπευτική επεξεργασία συγκρούσεων της πρώτης παιδικής ηλικίας, η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία εστιάζεται σε τρέχουσες συγκρούσεις. Ανάλογα με την περίπτωση είναι περισσότερο εκφραστική (expressive) , δηλαδή στηρίζεται στην αποκάλυψη του δυναμικά απωθημένου υλικού και στην ανάλυση των αμυνών, είτε περισσότερο υποστηρικτική (supportive), στοιχείο που αφορά στη λειτουργία του θεραπευτή να συναισθάνεται τον άρρωστό του και να στηρίζει αναγκαίες αμυντικές του λειτουργίες. Σε αντίθεση με την ψυχανάλυση που χρησιμοποιεί τον ελεύθερο συνειρμό και την ανάλυση της μεταβιβαστικής νεύρωσης, η Ψ. Ψ. χρησιμοποιεί τεχνικές συνέντευξης και συζήτησης Δεν χρησιμοποιείται ανάκλιντρο και ο θεραπευτής τίθεται <<πρόσωπο με πρόσωπο>> με τον θεραπευόμενο. Η εβδομαδιαία συχνότητα των συνεδριών είναι μικρότερη ( συνήθως 2 την εβδομάδα ) και η χρονική διάρκεια συνήθως από μήνες ως δύο χρόνια . Τέλος μπορεί να συνδυασθεί με φαρμακοθεραπεία.


Ενδείξεις στις αγχώδεις διαταραχές


Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, ως θεραπευτική μέθοδος, απευθύνεται κυρίως στην προσωπικότητα, που υπολανθάνει της διαταραχής και που θεωρείται ένας σημαντικός παράγοντας παθογένειας και τροφοδότησης της διαταραχής. Αναφερόμενος σε ένα ιστορικό ψυχαναλυτικό παράδειγμα, την υστερία, η έμφαση στη θεραπεία δίνεται σε αυτό που θα ονομάζουμε <<υστερική προσωπικότητα>> ( κατά το DSM-IV, ιστριονοκή διαταραχή της προσωπικότητας ) και όχι στην αντιμετώπιση του μετατρεπτικού συμπτώματος. Με αυτή την έννοια, έχει ένδειξη στις αγχώδεις διαταραχές όταν παρατηρούνται χαρακτηριολογικά προβλήματα, είτε αυτά είναι σοβαρά, όπως τα απορρέοντα από μια ναρκισσιστική προσωπικότητα, είτε αυτά είναι ηπιότερα, όπως της εξαρτητικής ή της ψυχαναγκαστικής διαταραχής προσωπικότητας. Το τελικό κριτήριο επιλογής της ψυχοθεραπευτικής μεθόδου πρέπει πάντα να είναι ο ίδιος ο ασθενής και όχι μια αφηρημένη αγχώδης διαταραχή.. Έτσι, άλλα κριτήρια εκτός από το διαγνωστικό είναι ; η δύναμη του εγώ, η ικανότητα δηλαδή του ατόμου να πραγματοποιεί και να διατηρεί συναισθηματικούς δεσμούς και η ικανότητα για ενδοσκόπηση και ψυχική αλλαγή. Αν αντιθέτως εστιάζεται στα εξωτερικά γεγονότα, αγνοώντας τα συναισθήματά του, τις φαντασίες του ή τα όνειρά του ( αν εμφανίζει δηλ. Αλεξιθυμία), τότε η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία θα έχει δύσκολη και αβέβαιη πορεία. Σε ορισμένους όμως ασθενείς η τάση για ενδοσκόπηση αυξάνει όταν προχωρήσει η ψυχοθεραπεία και εμπεδωθεί η βασική εμπιστοσύνη στη θεραπευτική σχέση.

Β) ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΚΗ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΙΣ ΑΓΧΩΔΕΙΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ


Η επανάσταση που προκάλεσε η θεωρία της συμπεριφοράς είχε σαν αποτέλεσμα την ριζική αλλαγή του τρόπου ψυχοθεραπείας. Δεν ήταν πια αναγκαίο να ανακαλύψει και να αξιολογήσει κανείς τις παιδικές του εμπειρίες για να ξεπεράσει τέτοια προβλήματα. Αντίθετα, συχνά το “ξέθαμα” του παρελθόντος μπορεί να είναι δυσβάκτατο και η επανοικοδόμιση ανέφικτη. Παλαιότερα ήταν διαδεδομένος ο μύθος της αντικατάστασης του συμπτώματος, η πεποίθηση δηλαδή πως αν κάποιος ξεπερνούσε τον φόβο χωρίς να αντιμετωπίσει το υποτιθέμενο << βαθύτερο>> πρόβλημα, κάποιο άλλο σύμπτωμα θα ξεπιδούσε στη θέση του. Η έρευνα έχει επανειλλημένως αποδείξει πως η αντίληψη αυτή είναι εν πολλοίς αβάσιμη. Άνθρωποι που έχανα τις φοβίες τους όχι μόνο δεν παρουσίαζαν καινούργια συμπτώματα, αλλά συνήθως έδειχναν βελτίωση και σε άλλους τομείς της ζωής τους, σαν αποτέλεσμα της απελευθέρωσής τους από τους εξαναγκασμούς που παλαιότερα τους επέβαλλαν οι φόβοι τους.

Ο συμπεριφορισμός θεωρεί ότι η μη φυσιολογική συμπεριφορά καθορίζεται από τις ίδιες αρχές από τις οποίες καθορίζεται και η φυσιολογική συμπεριφορά. Εστιάζεται στα συμπτώματα μιας διαταραχής θεωρώντας τα ως <<προβλήματα-αποτελέσματα>. Εσφαλμένης (μη προσαρμοστικής) μάθησης. Αρχικά γίνεται μια συμπεριφορολογική ανάλυση, που είναι η διαδικασία εντόπισης και λεπτομερειακής καταγραφής των δυσλειτουργικών συμπεριφορών και όλων των καταστάσεων που σχετίζονται με αυτές. Για παράδειγμα αν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια κυνοφοβία, χρειάζεται προσεκτική επισήμανση της προβληματικής συμπεριφοράς, αλλά και λεπτομερειακή καταγραφή του είδους του σκύλου που εκλύει τη φοβική αντίδραση. Διερευνόνται το μέγεθος, το χρώμα του, από πια απόσταση εκλύεται η αποφυγή κ.λ.π. Στη συνέχεια ο θεραπευόμενος μαζί με τον θεραπευτή ταξινομούν όλους τους φόβους και τις βαθμολογούν κατά σειρά βαρύτητας. Ο πρακτικός λόγος της ιεράρχισης είναι να αντιμετωπίζει ο θεραπευόμενος ανεκτή ποσότητα φόβου σε κάθε συνεδρία. Αφού γίνει η συλλογή των αναγκαίων πληροφοριών, ακολουθεί η επιλογή της κατάλληλης ψυχοθεραπευτικής τεχνικής.


Συμπεριφορικές τεχνικές


Οι συμπεριφορικές ψυχοθεραπείες είναι βραχείες, περιλαμβάνουν σέκα έως δακαπέντε συνεδρίες, σπανιότερα περισσότερες, που διαρκούν μεταξύ μιας και δύο ωρών. Από τις αρχές του αιώνα μέχρι σήμερα έχουν περιγραφεί πολλές δεκάδες, τεχνικές. Θα αναφερθούμε τώρα σε μερικές απ’αυτές:


Μυοχαλάρωση.


Πρωτοπεριγράφηκε από τον γατρό και φυσιολόγο Edmund Jacobson το 1934 και στηρίζεται στην παρατάρηση ότι το άγχος σχεδόν πάντα συνοδεύεται από μϋική τάση ή σύσπαση. Υπαρχουν διάφορες παραλλαγές. Η προοδευτική μυοχαλάρωση συνίσταται στη σύσπαση συγκεκριμένων ομάδων μυών ( για πέντε δευτερόλεπτα), ενώ το υπόλοιπο σώμα είναι χαλαρωμένο. Στη συνέχεια ζητείται από τον ασθενή να χαλαρώσει την ομάδα των μυών αυτών για 10-15 δευτερόλεπτα, πριν η διαδικασία συνεχιστεί με μια άλλη ομάδα μυών. Το άτομο εκπαιδεύεται να “εντοπίζει” τους μυς στις διάφορες ζώνες του σώματος, πρόσωπο, μέτωπο, σαγόνια, μάτια, λαιμό, ώμους, χέρια, πόδια. Τελευταία για την ταχύτερη εκμάθηση της χαλάρωσης χρησιμοποιούνται βιοαναδραστικά συστήματα* ( Bio-feedback).


Έλεγχος της αναπνοής


Στις αγχώδεις διαταραχές, έχουν περιγραφεί τύποι αναπνοής που πιστεύεται ότι σχετίζονται με την αιτιοπαθογένεια των διαταραχών αυτών. Η υπέρπνοια λ.χ., είτε με τη μορφή της ταχείας και βαθιάς αναπνοής που εμφανίζεται επεισοδιακά, είτε με τη μορφή της κατά συνήθεια, γρήγορης αναπνοής ενοχοποιείται σαν παθοφυσιολογικός παράγοντας συμβολής στις κλινικές εκδηλώσεις της κρίσης. Πράγματι, έχει υπολογησθεί ότι, τουλάχιστον 50% των ασθενών εμφανίζουν υπέρπνοια κατά τη διάρκεια του επεισοδίου πανικού. Ο ασθενής εκπαιδεύεται ώστε να μάθει ένα ρυθμό αναπνοής ασυμβίβαστο με εκείνο της υπέρπνοιας. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι εκμάθησης που στοχεύουν στον έλεγχο της αναπνοής, με τα ακόλουθα συνήθως χαρακτηριστικά : αναπνοή από τη μύτη (αντί του στώματος), διαφραγματική ( αντί της επίπονου θωρακικής) και με ένα ρυθμό περίπου 10-12 αναπνοών κατά λεπτό, φυσιολογικού εύρους. Ο ασθενής είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσει τον νέο τύπο αναπνοής με τα πρώτα σημάδια άγχους ή πανικού.


Συστηματική απευαισθητοποίηση


Από τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες τεχνικές. Συνίσταται στην έκθεση του θεραπευόμενου, ενώ αυτός βρίσκεται σε κατάσταση συναισθηματικής ηρεμίας ( με χαλάρωση), σε μικρή ποσότητα φόβου. Αρχικά το φοβογόνο αντικείμενο παρουσιάζεται στην φαντασία του. Σε κάθε επανάλειψη η ένταση του φόβου μειώνεται και σύνταμα φτάνει στο μηδέν. Τότε παρουσιάζουμε μια σκηνή φόβου που προκαλεί λίγο περισσότερο άγχος από την προηγούμενη. Συνεχίζουμε αυτή την διαδικασία έως ότου ο φόβος φτάσει πάλι στο μηδέν. Αν ο θεραπευόμενος δεν μπορεί να φανταστεί αρκετά ρεαλιστικά τη φοβογόνο κατάσταση, τότε ο θεραπευτής μπορεί να χρησιμοποιήσει εικόνες ή και πραγματικές καταστάσεις.


Κατακλυσμική τεχνική


Συνίσταται στην έκθεση του ατόμου σε έντονο άγχος για αρκετό διάστημα (έως και μια ώρα). Όταν το φοβικό άτομο εκτεθεί στη φοβογόνο κατάσταση, το άγχος του θα φτάσει σε κάποιο επίπεδο και μετά θα αρχίσει να πέφτει από μόνο του ( εξοικείωση). Η διαδικασία επαναλαμβάνεται αρκετές συνεδρίες έως ότου το άγχος φτάσει στο μηδέν ( απόσβεση). Αυτό μαθαίνει στον θεραπευόμενο πως δεν χρειάζεται να καταφεύγει στην συμπεριφορά αποφυγής προκειμένου να αγχομειώσει.Από θεωρητικής πλευράς το πιθανότερο είναι ότι η τεχνική αυτή συνδέεται με αυτό που ονομάζουμε <<προστατευτική αναστολή>>.΄Οταν δηλαδή ένα ερέθισμα αυξηθεί υπερβολικά τότε και ο οργανισμός καταβάλλει μεγαλύτερη προσπάθεια αντιμετώπισής του. Στις κατακλυσμικές τεχνικές ο θεραπευτής συνοδεύει το άτομο στην πραγματική έκθεσή του στη φοβογόνο κατάσταση.Η παρουσία του θεραπευτή φαίνεται να δρα πολλαπλώς ( μίμηση προτύπου, συναισθηματικού ανταγωνισμού κ.λ.π. Το άγχος μπορεί να είναι καμιά φορά έντονο και μερικοί δεν θέλουν να συνεχίσου αυτή τη θεραπεία. Ωστόσο, η κατακλυσμική τεχνική εξακολουθεί να βρίσκεται στις πρώτες επιλογές για τα ψυχαναγκαστικά συμπτώματα και τις φοβίες.


Εκπαίδευση για την απόκτηση κοινωνικών δεξιοτήτων


Είναι μια εκπαιδευτική μέθοδος, κατά την οποία κατάλληλες κοινωνικές συμπεριφορές επιδεικνύονται από τον θεραπευτή και στη συνέχεια δοκιμάζονται από τον ασθενή, προκειμένου ο τελευταίος να αποκτήσει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Κατά τη διάρκεια εκμάθησης των δεξιοτήτων αυτών χρησιμοποιούνται αρκετές συμπεριφορικές τεχνικές, όπως το παίξιμο ρόλου, η μίμηση προτύπου, η έκθεση κ.ο.κ.


Ενδείξεις


Από το σύνολο των ψυχικών διαταραχών έχουν καταξιωθεί στις κάτωθι καταστάσεις:

-Κρίσεις πανικού, κυρίως αυτές που συνοδεύονται από αγοραφοβία

-Φοβικές διαταραχές

-Σεξουαλικές δυσλειτουργίες

-Ιδεοψυχαναγκαστικές καταστάσεις

-Προβλήματα που αναφέρονται σε κοινωνικές δεξιότητες

-Προβλήματα ζεύγους

Γ) ΓΝΩΣΙΑΚΗ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΓΧΩΔΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ

Μολονότι η θεραπεία αναφέρεται σαν <<γνωσιακή αναδόμηση>>

( προσπάθεια τροποποίησης της ψυχοπαθολογίαςμέσα από την άμεση τροποποίηση των νοητικών σχημάτων), θα πρέπει να τονιστεί ότι τα ψυχοθεραπευτικά όρια καθημερινά γίνονται όλο και πιο ασαφή με την προσθήκηδιαδικασιών όχι μόνο από τη συμπεριφορική, όπως συνηθιζόταν, αλλά και από άλλες προσεγγίσεις, όπως είναι η διαπροσωπική και η ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η δημιουργία κατάλληλης θεραπευτικής σχέσης, η συναισθηματική κατανόηση (empathy), ο συνεργατικός εμπειρισμός (collaborative empirism) και η εξωσυνεδριακή άσκηση ( Home work) θεωρούνται απαραίτητα, αν και δεν επαρκούν από μόνα τους να πετύχουν το θεραπευτικό στόχο.


Γνωσιακή αναδόμηση


Στόχος της επεμβατικής αυτής διαδικασίας είναι η απόσπαση και ο έλεγχος εκείνων των νοητικών δραστηριοτήτων που θεωρούνται υπεύθυνες για την έναρξη και τη διατήρηση των αγχωδών διαταραχών ( ένα είδος σύγχρονης Σωκρατικής μαιευτικής μεθόδου και ελέγχου). Ο ασθενής εκπαιδεύεται ώστε να είναι σε θέση να αναγνωρίζει, να αξιολογεί, να ελέγχει, να αμφισβητεί και να τροποποιεί ( βρίσκοντας π.χ. εναλλακτικές) εκείνες τις νοητικές δραστηριότητες που σχετίζονται με την αίσθηση της απειλής και της προσωπικής ευαλωτότητας. Η γνωσιακή αναδόμηση πραγματοποιείται προοδευτικά. 1) αρχικά, εντοπίζονται και καταγράφονται οι καταστροφολογικές παρερμηνείες, οι δυσλειτουργικοί διεργασικοί κανόνες και οι πεποιθήσεις. 2) Στη συνέχεια, ο ασθενής ενθαρρύνεται μέσα από διάφορες λογικές, εμπειρικές και πραγματιστικές διαδικασίες να τις αμφισβητήσει και να βρεί εναλλακτικές ερμηνείες πιο λειτουργικές. 3) Στην τελική φάση προσκαλείται να εξετάσει στην πράξη την εγκυρότητα και τη λειτουργικότητα αυτών των νέων τρόπων σκέψης.

Αποτελεσματικότητα γνωσιακών ψυχοθεραπειών

Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή

Δ) ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ


Η Λογοθεραπεία του Victor Frankl είναι μια από τις πιο γνωστές υπαρξιακές ψυχοθεραπείες. Όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι η ζωή τους δεν έχει κανένα νόημα, όταν η θέληση για νόημα έχει ματαιωθεί, τότε βιώνεται ένα υπαρξιακό κενό, μια υπαρξιακή απογοήτευση. Αυτή η υπαρξιακή ματαίωση μαζί με άλλες αιτίες μπορεί να οδηγήσει σε νευρώσεις. Η λογοθεραπεία ονομάζει αυτές τις νευρώσεις νοογενείς, για να τις διαφοροποιήσει από τις ψυχογενείς νευρώσεις. Οι τελευταίες προέρχονται (σύμφωνα με την ψυχοδυναμική θεωρία) από τις συγκρούσεις μεταξύ του ID, του εγώ και του Υπερεγώ, ενώ οι νοογενείς οφείλονται στις συγκρούσεις μεταξύ διαφόρων αξιών ή στη ματαίωση της θέλησης για νόημα, στην αποτυχία δηλαδή του ανθρώπου να βρεί ένα νόημα στην ζωή του. Θα πρέπει να τονιστεί όμως ότι η αναζήτηση ενός νοήματος στην ζωή, ακόμα και η αμφιβολία για το εαν ένα τέτοιο νόημα μπορεί να βρεθεί, είναι κάτι φυσιολογικό και καθόλου παθολογικό και αποτελεί σημάδι μιας πραγματικής ανθρώπινης ύπαρξης. Από μόνο του λοιπόν το υπαρξιακό κενό δεν είναι παθολογικό, μπορεί όμως, να γίνει, ακαταλήξει στην νοογενή νεύρωση και τότε χρειάζεται να εφαρμοστεί η λογοθεραπεία.. Στην καθημερινή ζωή η θέληση για αυθεντικό νόημα αναπληρώνεται από τη θέληση για δύναμη, για εξουσία και χρήματα. Επίσης συχνά οι άνθρωποι για να καλύψουν το εσωτερικό τους κενό καταφεύγουν στις διασκεδάσεις, στον αλκοολισμό, τα ναρκωτικά, στην χαρτοπαιξία, την άμετρη κατανάλωση, τις επιφανειακές σεξουαλικές σχέσεις κ.λ.π. Μια από τις τεχνικές της λογοθεραπείας είναι η παράδοξη πρόθεση, η οποία χειρίζεται τις ψυχαναγκαστικές και φοβικές καταστάσεις. Η παράδοξη πρόθεση λοιπόν στηρίζεται στο γεγονός ότι η παθολογία στις φοβίες και στις ιδεο-ψυχαναγκαστικές διαταραχές οφείλεται στο αναμενόμενο άγχος,κατά πρώτον λόγο και στην υπερβολική πρόθεση κατά δεύτερο λόγο. Όταν λέμε αναμενόμενο άγχος εννοούμε το προκαταβολικό άγχος που βιώνει ο ασθενής για κάποια κατάσταση, που τον φοβίζει, χωρίς όμως να βρίσκεται αντιμέτωπος μαζί της στην παρούσα στιγμή. Ένα άτομο, π.χ. που φοβάται ότι θα κοκκινίσει, όταν μπεί σ’ένα δωμάτιο, που είναι συγκεντρωμένος κόσμος, θα κοκκινίσει εκείνη τη στιγμή που το σκέπτεται, χωρίς να έχει μπεί στο δωμάτιο. Από την άλλη μεριά η υπερβολική πρόθεση για μια πράξη κάνει αδύνατη την επιτέλεση αυτής της πράξης. Για παράδειγμα στην περίπτωση μιας σεξουαλικής νεύρωσης, όσο ο άνδρας αγωνίζεται να αποδείξει την ικανότητά του, τόσο λιγότερο το πετυχαίνει.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η παράδοξη πρόθεση ζητά από τον ασθενή να κάνει ή να σκεφτεί αυτό ακριβώς που φοβάται ότι θα συμβεί ( να κοκκινίσει, να υδρώσει, να μην ολοκληρώσει την ερωτική επαφή κ.λ.π.). Επειδή δεν μπορούμε νάσκήσουμε έλεγχο στο αυτόνομο νευρικό μας σύστημα, είναι φυσικό ο ασθενής να μην μπορέσει να κοκκινίσει, αν προσπαθήσει να το κάνει. Η παράδοξη πρόθεση στηριζόμενη στην ικανότητα του ανθρώπου για αυτοαπόσπαση, που περιλαμβάνει και την ικανότητα για χιούμορ, πετυχαίνει ν’αλλάξει τη στάση του ασθενή απέναντι στο σύμπτωμά του, καθώς ο τελευταίος το αντιμετωπίζει από κάποια απόσταση γελώντας μαζί του. Όταν φέρουμε τον ασθενή στην κατάσταση να μεγαλοποιεί και να διογκώνει τα συμπτώματά του, θα υπερνικήσει τους φόβους του και θα σταματήσει να καταπολεμά τις έμμονες ιδέες του και θ’αρχίσει να τα ειρωνεύεται. Παράλληλα με την ειρωνία που μπορεί να επιτύχει ο ασθενής είναι εξίσου αποελεσματικό να καταφέρει να αγνοήσει τα παθολογικά του συμπτώματα. Η λογοθεραπεία για να πετύχει αυτό τον σκοπό χρησιμοποιεί ένα θεραπευτικό τέχνασμα, που ονομάζεται αντανακλαστική αποσύνδεση. Ο ασθενής δηλαδή θα πεέπει να αποσυνδεθεί από το άγχος του, την έμμονη ιδέα του και να συνδεθεί με ένα νόημα, με ένα στόχο, που να τον γεμίζει και να τον έλκει. Ένα δυναμικό νόημα, που να είναι υπεράνω της ύπαρξής του, θα τον απορροφήσει και θα τον γιατρέψει από τα συμπτώματά του. Καθώς ο ίδιος ο ασθενής είναι αυτός που αλλάζει την στάση του προς τον φόβο, δεν εξαρτιέται και δεν στηρίζεται στον ψυχοθεραπευτή, όπως συμβαίνει στην ψυχανάλυση. Σ’αντίθεση με τους ψυχαναλυτές, η λογοθεραπεία υποστηρίζει ότι τη θέση αυτών των εξαφανισθέντων συμπωμάτων δε θα την πάρουν άλλα συμπτώματα. Τα θεραπευτικά αποτελέσματα της εφαρμογής της λογοθεραπείας, που εφαρμόζεται για τη θεραπεία πολλών ασθενών σε σύντομο χρονικό διάστημα αντικρούουν την άποψη της ψυχανάλυσης ότι μόνο η βαθιά ανάλυση, που διαρκεί πολλά χρόνια, έχει θεραπευτικό αποτέλεσμα. Γιατί η ψυχανάλυση δίνει μεγάλη σημασία στην αιτιολογία των συμπτωμάτων και πιστεύει ότι μόνο με την ανάλυση της αιτιολογίας τους μπορούν να καταπολεμηθούν, ενώ η λογοθεραπεία θεωρεί ότι οι παράγοντες που προκάλεσαν νευρώσεις κατά την διάρκεια, της παιδικής ηλικίας δεν είναι απαραίτητο να είναι ίδιοι μ’αυτούς τους παράγοντες, που θα τις ανακουφίσουν. Την άποψη αυτή της λογοθεραπείας φαίνεται να την ασπάζεται κι η υπόλοιπη υπαρξιστική ψυχολογά, που διαφωνεί με την άποψη ότι οι πρώιμες εμπειρίες προκαλούν την μετέπειτα συμπεριφορά. Οι υπαρξιστές ψυχολόγοι θεωρούν ότι όλη η ύπαρξη του ατόμου είναι ένα ιστορικό γεγονός. Αυτή η ιστορία δεν αποτελείται από στάδια, που διαδέχονται το ένα το άλλο, αλλά από διαφορετικούς τρόπθς ύπαρξης. Ο τρόπος ύπαρξης π.χ. του βρέφους είναι διαφορετικός απ’αυτόν του παιδιού και ο τρόπος ύπαρξης του παιδιού είναι διαφορετικός απ’αυτόν του εφήβου. Ένα βασικό σημείο της υπαρξιακής ψυχολογίας είναι ότι ένα άτομο μπορεί να συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρθηκε χθες ή στην παιδική του ηλικία όχι από συνήθεια, αλλά επειδή αυτή η συμπεριφορά έχει σημασία γι’αυτό τώρα, στο παρόν. Ο Boss υποστηρίζει ότι το άτομο που βρίσκεται, υπαρχει μέσα στον κόσμο, υπάρχει στο παρελθόν, παρόν και μέλλον ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι όταν ανακαλούμε κάτι από το παρελθόν, η ύπαρξή μας εδώ και τώρα είναι ανοιχτή στο παρελθόν. Δεν υπάρχουμε, δεν βρισκόμαστε στο παρελθόν, το παρελθόν υπάρχει σε μας. Σε σχέση μ’αυτό το σημείο είναι και η ανάγκη να είναι ο ασθενής, κατά την διάρκεια της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, παρών, ειλικρινά παρών, ζωντανός. Αυτό σημαίνει να μην αποφεύγει ν’αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, τα προβλήματά του, που συζητιούνται στην συνεδρία. Τις πιο πολλές φορές οι ασθενείς δεν είναι ξύπνιοι, παρόντες, δεν ακούν και δεν προσέχουν πραγματικά αυτά που λέγονται, αλλά προσπαθούν ν’αποφύγουν το συναισθηματικό κόστος του να ζεί κανείς ουσιωδώς και να αντιμετωπίζει τις ρίζες τουπροβλήματός του, να είναι υπεύθυνος για την ύπαρξή του και να ζεί επομένως μιαν αυθεντική ζωή. Όταν ο ασθενής πετύχει να είναι παρών, αληθινός στις συνθήκες της ζωής (μέσα σ’αυτές περιλαμβάνεται και η ψυχοθεραπευτική σχέση) γίνεται ικανός ν’αναπτυχθεί, να προοδεύσει, γιατί θα καταφέρει να ενεργοποιήσει και να εκπληρώσει τις δυνατότητες της ύπαρξής του, που κύριο χαρακτηριστικό της είναι η μη στασιμότητα. Άλλωστε οι άνθρωποι, που υποφέρουν από φοβίες, καταναγκασμούς, παραισθήσεις κι άλλα νευρωτικά και ψυχωτικά συμπτώματα, έχουν αρνηθεί ν’αναπτυχθούν, να ενεργοποιήσουν δηλαδή τις δυνατότητές τους και κατ’επέκταση να είναι παρόντες, αληθινοί μέσα στην ζωή. Γι’αυτόν το λόγο οι υπαρξιακοί ψυχοθεραπευτές (αν και οι περισσότεροι ξεκίνησαν σαν ψυχαναλυτές) αποφεύγουν την παραδοσιακή ψυχαναλυτική πρακτική και συγκεντρώνουν την προσοχή τους στο παρόν παρά στο παρελθόν. Μεγάλη σημασία δίνουν οι υπαρξιακοί ψυχολόγοι στον παράγοντα της συνάντησης στην θεραπευτική συνεδρία. H φύση της σχέσης δεν είναι η παραδοσιακή φροϋδική μεταβίβαση, αλλά είναι μια σχέση, που βασίζεται στην αγάπη, στο ενδιαφέρον, την αμοιβαία συμπάθεια, στην αποδοχή. Η θεραπευτική σχέση όμως, δεν χαρακτηρίζεται μόνο από την συνάντηση δύο υποκειμένων, αλλά περιστρέφεται και γύρω από το αντικείμενο, το γεγονός, δηλαδή, που ο ασθενής πρέπει να γνωρίσει, να συνειδητοποιήσει. Μια άλλη σημαντική πεποίθηση των υπαρξιστών είναι ότι η χρήση των αόριστων εκφράσεων, όπως “σαν να”, “κατά κάποιο τρόπο”, “νομίζω”, “μαντεύω”, που συνεχώς χρησιμοποιεί το άτομο, το απομονώνουν από την αίσθηση της πραγματικότητας στην ζωή του. Μέσω αυτών δηλαδή των λέξεων ο ασθενής βάζει εμπόδια ανάμεσα στον εαυτό του και την πραγματικότητα, προκειμένου ν’αποφύγει την γνησιότητα και την αληθινή παρουσία.

Η “ΜΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΙΚΗ” ή “ΠΕΛΑΤΟΚΕΝΤΡΙΚΗ” ψυχοθεραπεία του Carl Rogers


Ο Carl Rogers είναι ο κύριος εκφραστής του μοντέλου εκπλήρωσης. Υποστήριζε ότι το βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, είναι η τάση του να εκπληρώνει τις δυνατότητές του (tendency to actualization of potentialities). Σύμφωνα με το μοντέλο της εκπλήρωσης, η ζωή χαρακτηρίζεται σαν το ξεδίπλωμα και η έκφραση των δυνατοτήτων και ταλέντων με τα οποία είναι προικισμένο το άτομο από τη φύση.

Η αρχή της ψυχικής διαταραχής βρίσκεται στην ασυμφωνία που δημιουργείται ανάμεσα στην εμπειρία του ατόμου και στον εαυτό του.

To άτομο κινούμενο από την αυτοπραγμάτωση έχει ανάγκη από τη θετική εκτίμηση των άλλων. Ταυτόχρονα, αν η εικόνα για την πραγματικότητα και τον εαυτό του, βασίζεται συνεχώς στις ξένες αντιλήψεις και όχι στις προσωπικές του εμπειρίες, οδηγείται το άτομο σε παραμόρφωση της προσωπικής του εικόνας, καθώς θα συμπεριφέρεται όπως το θέλουν οι άλλοι κι όχι όπως επιθυμεί το ίδιο, οπότε οδηγείται στη νεύρωση. Κάνοντας διαφορετικά πράγματα απ’ότι πιστεύει το άτομο δοκιάζει άγχος, που παράγεται από την αρνητική αυτοεκτίμηση. Για να προστατευθεί από το άγχος δημιουργούνται ψεύτικες παραπλανητικές αξίες για να επέλθει συμφωνία με τις πράξεις του. Καθώς όλο και περισσότερες αξίες αντικαθίστανται από ψεύτικες, μειώνοντας συνεχώς την αυτοεκτίμηση και την τάση για αυτοπραγμάτωση, καταλήγει το άτομο σε ακραίες καταστάσεις συνολικής αποδιοργάνωσης της προσωπικότητας, με αποτέλεσμα να εμφανίζει ψυχωτικές συμπεριφορές (σχιζοφρένεια κτλ).

Θεραπευτικές τεχνικές

Η θεραπευτική αγωγή που ακολουθεί ο Rogers αποσκοπεί στην ανατροπή της διαδικασίας που προκαλεί το άγχος, τη νεύρωση και την ψύχωση, με κύρια επιδίωξη την ελάττωση των παραπλανητικών αξιών, την αύξηση της αυτοεκτίμησης και τη δημιουργία μεγαλύτερης συμφωνίας ανάμεσα στις εμπειρίες (πράξεις) και τη συνείδηση του ατόμου. Ο θεραπευτής αναλαμβάνει να ενισχύσει την αυτοεκτίμησή του, να του δείξει θετική εκτίμηση, να τον αντιμετωπίσει με κατανόηση και συμπάθεια, ως μια αυθύπαρκτη μοναδική οντότητα με προσωπικά ξεχωριστά προβλήματα.

Το άτομο στη μη-κατευθυντική ψυχοθεραπεία θεωρείται ικανό να οδηγεί τη θεραπεία, τείνοντας προς μεγαλύτερη αυτονομία. Δε δέχεται την προσδιοριστική δύναμη του υποσυνειδήτου, ούτε την κυριαρχία των σεξουαλικών εμπειριών της νηπιακής και παιδικής ηλικίας στη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Το βάρος της θεραπείας τοποθετείται στα παρόντα βιώματα του ασθενή, χωρίς να αποκλείεται και η αναφορά σε περασμένες εμπειρίες του παρελθόντος.


Η GESTALT Θεραπεία


Η θεραπεία Gestal, δίνει έμφαση στη σύλληψη του ατόμου ως όλου, στην ενεργοποίηση και στην ανάπτυξη ολόκληρης της προσωπικότητας. Η θεραπευτική προσπάθεια αποβλέπει στο να βοηθήσει το άτομο να κατανοήσει τα συναισθήματά του, ν’αναπτύξει όλες του τις αισθητηριακές και γνωστικές ικανότητες, να μάθει ν’αξιοποιεί όλες τις πληροφορίες που λαμβάνουν τα αισθητήρια όργανά του και ν’αντιμετωπίζει τα πράγματα με προσωπική ευθύνη και άμεσα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο “εδώ και τώρα” και στην αυτοπραγμάτωση και αυτοπροσδιορισμό του ανθρώπου. Η κυριότερη επιδίωξη της Γκεστάλτ θεραπείας είναι η λεπτό προς λεπτό γνώση του εαυτού του ατόμου. Ο θεραπευτής είναι μαζί με τον πελάτη συνεξερευνητές. Ο πελάτης παροτρύνεται από τον θεραπευτή να βιώσει πλήρως το “ποιός είναι” κάθε στιγμή. Αυτό κατορθώνεται με το να δίνεται προσοχή, όχι μόνο στις σκέψεις του ή στις ιδέες του. αλλά επίσης στη στάση του σώματος, στις χειρονομίε και γενικά στη μη λεκτική επικοινωνία, καθώς επίσης και στις σωματικές και πνευματικές του εμπειρίες. Επίσης γίνεται χρήση Video, και έτσι ψυχοθεραπευτής και ψυχοθεραπευόμενος στο τέλος της συνεδρίας έχουν τη δυνατότητα να την παρακολουθήσουν μαζί. Συχνά υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο πως φανταζόμαστε ότι είμαστε και στο πως πραγματικά είμαστε. Οι θεραπευτές Γκεστάλτ δεν επιθυμούν και δεν ενθαρρύνουν την αλλαγή της συμπεριφοράς του πελάτη. Αντίθετα, πιστεύουν πως με το να διακηρύξει κάποιος την πρόθεσή του ν’αλλάξει, το μόνο που κατορθώνει είναι να προκαλέσει μια εσωτερική σύγκρουση, γεγονός που συνήθως δεν είναι αποδοτικό. Μόνο δια μέσου της πλήρους και σταθερής βίωσης και γνώσης της κατάστασης του εαυτού του κάθε στιγμή, θα θελήσει ο πελάτης να κάνει κάτι διαφορετικό. Μερικά άτομα παίρνουν μερικές γεύσεις της συμπεριφοράς και δεν διορθώνονται. Δουλειά του θεραπευτή είναι να παρατηρεί τον ψυχοθεραπευόμενο, να επανατροφοδοτεί τις παρατηρήσεις, να τον ενθαρρύνει να γίνει περισσότερο ενήμερος της συμπεριφοράς του, και να την γευθεί στο σύνολό της. Τον απομακρίνει από το να συζητάει τι σκέφτεται και τα “πρέπει”. Στέκεται με αυτό που είναι πραγματικό και το δοκιμάζει καθολοκληρία. Στη Γκεταλτ βλέπουμε το “τι” και το “πως”, ενώ η ερώτηση “γιατί” είναι άσχετη. Μόλις καταλάβεις τι κάνεις και πως το κάνεις , μπορείς να το διορθώσεις. Η ενημερότητα, λοιπόν, είναι το κλειδί για να συγκεντρωθεί στο εδώ και τώρα. Η γνησιότητα σημαίνει ότι ο θεραπευτής είναι ανοιχτός, ειλικρινής με τα αισθήματά του, δεν καμουφλάρεται, είναι ο εαυτός του, κάτι που λέει το εννοεί.

7) ΥΠΕΡΠΡΟΣΩΠΙΚΗ “ΘΕΡΑΠΕΙΑ”

Πολλοί από σας πιθανά να ακούσουν με δυσπιστία κάποιον που ισχυρίζεται πως βαθιά μέσα του φέρει έναν υπερπροσωπικό εαυτό, έναν εαυτό που υπερβαίνει την ατομικότητά του και τον συνδέει με έναν κόσμο που βρίσκεται πέρα από το συμβατικό χωρόχρονο. Είναι μεγάλη δυστυχία για το δυτικό κόσμο η ολοένα αυξανόμενη τάση μας για καταστολή της υπέρβασης. Η καταστολή αυτή αναμφίβολα ευθύνεται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη καταστολή για το σύγχρονο πολιτισμό της δυστυχίας μας. Οι ρίζες αυτής της κοινωνίας, έστω και αν δεν το γνωρίζει, κρατούν γερά μέσα στο χώμα της υπέρβασης. Η καταπιεσμένη υπέρβαση δεν εξαφανίζεται και αναδύεται στην επιφάνεια με διάφορες μεταμφιέσεις. Συνήθως παίρνει τη μορφή κάποιου ενδιαφέροντος για το διαλογισμό, τα ψυχικά φαινόμενα, τη γιόγκα, τις ανατολικές θρησκείες, τις μεταβαλόμενες καταστάσεις συνείδησης, τις εξωσωματικές εμπειρίες και τις εμπειρίες ανθρώπων που έφθασαν κοντά στο θάνατο. Ωστόσο, παρά τον κατακλυσμό της υπέρβασης που μας περιβάλλει, οι περισσότεροι δυτικοί ακόμη προβληματίζονται πως είναι δυνατόν να υπάρχει μέσα τους μία συνειδητότητα η οποία επειδή ακριβώς υπερβαίνει το άτομο,είναι απαλλαγμένη από προσωπικά προβλήματα, εντάσεις και άγχη. Ας δούμε όμως λίγο την ιστορία της υπερπροσωπικής ψυχολογίας.

Ο Καρλ Γιούνγκ, μαθητής του Φρόϋντ και υποψήφιος διάδοχός του, ήρθε σε ρήξη με τον δάσκαλό του επειδή υποστήριξε την ύπαρξη ενός υπερπροσωπικού ψυχικού επιπέδου που ονόμασε Συλλογικό ασυνείδητο. Ο Γιουνγκ αφιέρωσε πολύ χρόνο στη μελέτη της παγκόσμιας μυθολογίας. Γνώριζε ολόκληρα πάνθεα από κινεζικούς, αιγυπτιακούς, ινδιανικούς, ελληνικούς, ρωμαϊκούς και ιδικούς θεούς και θεές, δαίμονες και θεότητες, τοτεμισμούς και ανιμισμούς, αρχαία σύμβολα, εικόνες και μυθολογικά μοτίβα. Φανταστείτε την κατάπληξή του όταν ανακάλυψε ότι αυτές οι πρωτόγονες μυθολογικές εικόνες εμφανίζονται κανονικά και αλάνθαστα στα όνειρα και στις φαντασιώσεις των σύγχρονων πολιτισμένων ευρωπαίων, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν έχουν συνειδητή γνώση αυτών των μύθων. Και βέβαια τίποτε δεν έδειχνε ότι κατείχαν την ακριβή γνώση της μυθολογίας που έβλεπαν στα όνειρά τους. Αυτή την γνώση δεν την απέκτησαν ατη διάρκεια της ζωής τους. Επομένως, βγαίνει λογικά το συμπέρασμα ότι κατά κάποιο τρόπο αυτά τα βασικά μυθολογικά θέματα αποτελούν κάποιες έμφυτες ψυχικές δομές που ενυπάρχουν σε κάθε μέλος της ανθρώπινης φυλής. Αυτές οι πρωταρχικές εικόνες ή αρχέτυπα, όπως τα απεκάλεσε ο Γιούνγκ, είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους. Δεν ανήκουν σε κάποια ιδιαίτερο άτομο, αλλά αντίθετα είναι υπερπροσωπικά, συλλογικά και υπερβατικά. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει μια ηλικία μερικών εκετομμυρίων χρόνων και μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα αναγκαστικά εξέλιξε ορισμένους βασικούς τρόπους αντίληψης και σύλληψης της πραγματικότητας, με τον ίδιο τρόπο ακριβώς που εξελίχθηκαν τα χέρια μας έτσι ώστε να πιάνουν τα φυσικά αντικείμενα του περιβάλλοντος. Αυτοί οι βασικοί. Μυθολογικοί τρόποι σύλληψης της πραγματικότητας είναι τα αρχέτυπα. Επειδή μάλιστα η βασική εγκεφαλική δομή είναι παρόμοια, το κάθε άτομο μπορεί να φέρει μέσα τουτα ίδια βασικά αρχέτυπα. Ο Γιουνγκ ονόμασε αυτό το βαθύ επίπεδο όπου εδρεύουν τα αρχέτυπα, <<Ομαδικό ή συλλογικό Ασυνείδητο>>. Τα τμήματα του ατομικού ασυνειδήτου περιέχουν προσωπικές μνήμες, επιθυμίες, ιδέες, εμπειρίες και δυνατότητες. Αλλά τα βαθύτερα επίπεδα του ομαδικού ασυνειδήτου φιλοξενούν τις συλλογικές κεντρικές ιδέες ολόκληρης της ανθρωπότητας. Σύμφωνα με τον Γιουνγκ, είτε το γνωρίζουμε έιτε όχι, ζουν μέσα μας και συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται δυναμικά, με τρόπους δημιουργικούς ή καταστροφικούς. Επομένως, ο σκοπός ορισμένων τύπων θεραπείας της υπερπροσωπικής περιοχής, τέτοια είναι και η θεραπεία του Γιουνγκ, έγκειται στο να αναγνωρίσουμε συνειδητά, να συμφιλιωθούμε και να χρησιμοποιήσουμε εμείς αυτές τις πανίσχυρες δυνάμεις, αντί να μας χρησιμοποιήσουν εκείνες με ασυνείδητους τρόπους και μάλιστα ενάντια στη θέλησή μας. Κατά μία ιδιαίτερη έννοια, αυτό απαιτεί, από εμάς να μάθουμε να ζούμε μυθολογικά. Μια τέτοια απαίτηση μπορεί να προκαλέσει σύγχυση σε πολλούς, επειδή εμείς οι σύγχρονοι έχουμε ελάχιστη σχέση με οτιδήποτε μυθολογικό. Για παράδειγμα, όταν μέσα στα πλαίσια του πολιτισμού μας λέμε ότι κάτι είναι μύθος, εννοούμε ότι είναι ψέματα, μια πρωτόγονη φαντασία ή στην καλύτερη περίπτωση μία επιθυμητή σκέψη. Εδώ, όμως, δεν θα ασχοληθούμε με αυτή την άποψη. Το να ζούμε μυθολογικά σημαίνει μάλλον να αρχίσουμε να συλλαμβάνουμε το υπερβατικό, να το βλέπουμε ζωντανό μέσα μας, μέσα στη ζωή μας, στους φίλους μας , την εργασία ή το περιβάλλον μας. Η μυθολογία μας ανοίγει τον κόσμο της υπέρβασης. Όπως είπε ο Κουμαρασβάμι, το <<Μια φορά κι ένα καιρό>> με το οποίο αρχίζουν όλα τα παραμύθα είναι στην πραγματικότητα <<κάποια φορά πέρα από τον χρόνο>>. Το παραμύθι που ακολουθεί μετά από αυτή τη φράση ανήκει σε έναν κόσμο στον οποίο προσωρινά παύει να υφίσταται ο χωρόχρονος, υπάρχουν ανώτεροι νόμοι και μπορεί να συμβεί οτιδήποτε. Επομένως, επειδή ο πραγματικός κόσμος είναι ο κόσμος των μη τεχνιτών φραγμάτων ( που υψώνει ο εγωκεντρικός νους του ανθρώπου), η γλώσσα και ο οραματισμός της μυθολογίας βρίσκονται πλησιέστερα στην πραγματικότητα από ότι η γραμμική λογική και η αφηρημένη σκέψη.

Επομένως το να ζεί κάποιος μυθολογικά σημαίνει να αρχίσει να ανοίγει τον εαυτό του στο διευρυμένο κόσμο των μη φραγμάτων. Αυτό δεν δημαίνει ότι εγκαταλείπουμε μονομιάς το συμβατικό κόσμο των φραγμάτων και αποσυρόμαστε σε μυθολογικές φαντασιώσεις, πράγμα που οπωςδήποτε είναι επικίνδυνο. Σημαίνει μάλλον πως ανοίγουμε τον εαυτό μας στη μυθολογική υπέρβαση και οδηγούμε την αντίστοιχη συνειδητότητα μέσα στον συμβατικό μας κόσμο. Επαναζωτικοποιοούμε την ύπαρξή μας, όταν τη συνδέουμε με μια πηγή πολύ βαθύτερη από την ίδια. To να αναπτύξουμε μία μυθολογική άποψη δεν είναι μάταιη υπόδειξη. Σύμφωνα με τον Γιούνγκ, αυτές οι μυθολογικές εικόνες τα αρχέτυπα, υπάρχουν ήδη μέσα σε κάθε άτομο και μπορούν να δραστηριοποιηθούν από οποιαδήποτε κατάσταση που κυριαρχεί στο ιδιαίτερο αρχέτυπο. Τότε, η αρχετυπική εικόνα επιφέρει κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα στη συμπεριφορά. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια ελαφρή επίδραση ή η ολοκληρωτική κατοχή. Την ίδια στιγμή, η αρχετυπική εικόνα μπορεί να διακρίνεται ξεκάθαρα μέσα στα όνειρα, τις φαντασιώσεις, τις αναπολήσεις, τη φαντασία ή και τις παραισθήσεις του ατόμου. Για παράδειγμα, είναι δυνατόν κάποιος να δεί ένα <<όνειρο κλειδί>>, στο οποίο η κεντρική εικόνα είναι μια σφίγγα, μια γοργόνα, ένα μεγάλο ερπετό, ένα φτερωτό άλογο ή κάποιο άλλο μυθολογικό υλικό. Στη συνέχεια, και μέσα από μία σχετικά μικρή μελέτη της αρχαίας μυθολογίας, το άτομο θα μπορέσει να μάθει εύκολα τι σημαίνουν αυτές οι μυθολογικές εικόνες για την ανθρώπινη φυλή σαν σύνολο και τι σημαίνουν για τι δικό του ομαδικό ασυνείδητο. Όταν ενσωματώσει το όλο νόημα στη συνειδητή του επίγνωση, δεν ελέγχεται πλέον από αυτό. Έτσι η ένταση που προκαλεί το ψυχικό περιεχόμενο στα βάθη της ψυχής του ατόμου, αρχίζει να ελαττώνεται. Επίσης, αρχίζει να σπάζει η επιφανειακή κρούστα που παρουσιάζει η φυσιολογική εγωική επίγνωση. Το σπάσιμο αυτό επιτρέπει στο άτομο να αναπτύξει το υπερβατικό, δηλαδή εκείνες τις διαδικασίες που υπερβαίνουν την προσωπική του ζωή αλλά και που αναμφισβήτητα αποτελούν κομμάτι του βαθύτερου εαυτού του. Ας δούμε τώρα πως ακριβώς συμβαίνει η αλλαγή προς ένα βαθύτερο, υπερπροσωπικό εαυτό. Όταν το άτομο αρχίζει να βλέπει τη ζωή του μέσα από τα μάτια των αρχετύπων και των μυθολογικών εικόνων, που είναι κοινές στην ανθρωπότητα, η συνείδησή του αρχίζει να κατευθύνεται σε μια παγκόσμια προοπτική. Δεν βλέπει πλέον τον εαυτό του με τα δικά του μάτια, αλλά μέσα από τα μάτια του συλλογικού ανθρώπινου πνεύματος. Δεν έχει πλέον κάποια προκατάληψη εξαιτίας της προσωπικής του θέσης. Αν η διαδικασία αυτή επιταχυνθεί με τον σωστό τρόπο, θα έχει σαν αποτέλεσμα την ποιοτική διεύρυνση του ατόμου, καθώς και την ανακάλυψη μιας νέας ταυτότητας του εαυτού. Το άτομο δεν ταυτίζεται πλέον αποκλειστικά με το εγώ του και έτσι δεν πνίγεται πια από τα καθαρά προσωπικά προβλήματα και δράματα. Πετυχαίνοντας να αποστασιοποιηθεί από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο προσωπικός εαυτός, τα υπερβαίνει και παραμένει ανέγγιχτος. Ανακαλύπτει μία ήσυχη πηγή εσωτερικής δύναμης, η οποία παραμένει ατάραχη σαν το βυθό του ωκεανού, ακόμη και όταν τα επιφανειακά κύματα της συνείδησης σαρώνονται από χείμαρρους πόνου, άγχους ή απόγνωσης. Όσο αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είμαστε τα άγχη μας, τόσο δεν απειλούμαστε από αυτά. Και αν ακόμη το άγχος είναι παρόν δε μας καταβάλλει, αφού δεν είμαστε πλέον ταυτισμένοι μαζί του. Δεν το τρέφουμε, δεν το πολεμάμε, δεν του αντιστεκόμαστε, ούτε και τρέχουμε για να ξεφύγουμε από αυτό. Αποδεχόμαστε ολοκληρωτικά το άγχος έτσι όπως είναι και του επιτρέπουμε να κινείται όπως θέλει. Δεν κερδίζουμε, ούτε χάνουμε τίποτε από την παρουσία ή την απουσία του. Απλά το παρακολουθούμε να έρχεται και να φεύγει. Έτσι, όταν μας διαταράσσει οποιοδήποτε συναίσθημα, σκέψη, μνήμη ή εμπειρία, αυτό συμβαίνει απλά και μόνο επειδή ταυτιστήκαμε ολοκληρωτικά μαζί του. Επομένως, για τη ριζική διάλυσή του επαρκεί απλά η απόσυρσή μας από αυτό.

Σιγά-σιγά, καθώς προχωράμε στη “θεραπεία” της αποταύτισης, ίσως ανακαλύψουμε ότι ολόκληρος ο ατομικός εαυτός η περσώνα, το εγώ που πασχίζαμε μέχρι τότε να υπερασπιστούμε και να προστατεύσουμε, αρχίζει να γίνεται διάφανος και να διαλύεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι μένουμε ξαφνικά χωρίς σώμα, αλλά μάλλον ότι αρχίζουμε να αισθανόμαστε πως ό,τι συμβαίνει στον προσωπικό εαυτό - οι επιθυμίες μας, οι ελπίδες και οι οδύνες μας - δεν αποτελεί ζήτημα ζωής και θανάτου. Αυτό συμβαίνει, επειδή υπαρχει μέσα μας ένας βαθύτερος και ουσιαστικότερος εαυτός που δεν τον αγγίζουν οι περιφερειακές εναλλαγές και τα επιφανειακά κύματα της μεγάλης αναταραχής. Καθώς το άτομο μεταβαίνει από την ταύτισή του με την περσόνα σε μια πληρέστερη και ακριβέστερη ταυτότητα, δεν χάνει την πρόσβασή του στην περσόνα. Απλά δεν διατηρεί πλέον την προσκόλλησή του σε αυτήν. Εξακολουθεί να την φορά, όποτε τα αποφασίσει. Οι λόγοι για τους οποίους γίνεται αυτό είναι πολλοί. Για παράδειγμα, όταν υπάρχει η διάθεση να δώσει το άτομο <<μια καλή παράσταση>>, μια περιστασιακή πρόσοψη για κοινωνικούς πρακτικούς λόγους ή και για λόγους που επιβάλλει η λεγόμενη ευπρέπεια. Ωστόσο, σε καμιά περίσταση δεν είναι ταυτισμένος με αυτόν τον ρόλο. Πριν εισέλθει στο υπερπροσωπικό επίπεδο δεν μπορούσε να απορρίψει το προσωπείο (την περσόνα), ούτε απέναντι στους άλλους, ούτε απέναντι στον εαυτό του. Αυτό φυσικά ήταν και το πρόβλημά του. Τώρα, όμως, μπορεί απλά να χρησιμοποιεί ή να μη χρησιμοποεί το προσωπείο του. Τελικά, εκείνο που διαλύεται, όταν μεταβαίνει κάποιος από το επίπεδο της περσόνα στο υπερπροσωπικό επίπεδο δεν είναι η ίδια η περσώνα, αλλά το φράγμα και η μεταξύ τους διαμάχη.

Από τη θέση του υπερπροσωπικού εαυτού το άτομο αρχίζει να θεωρεί το νού και το σώμα του με τον ίδιο τρόπο που θεωρούσε προηγούμενα όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα έστω κι αν αυτά είναι ένα ραπέζι, ένα δέντρο, ένας σκύλος ή ένα αυτοκίνητο. Κάτι τέτοιο ακούγεται ίσως σαν συμπεριφορά απαξίωσης αλλά η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική. Το άτομο που δεν ταυτίζεται με τον οργανισμό του αποδέχεται και φροντίζει περισσότερο από πριν το νου και το σώμα του. Μια και δεν τον δεσμεύουν πια, δεν αποτελούν κάποια φυλακή που στερεί την ελευθερία του. Παράλληλα αρχίζει να συμπεριφέρεται σε όλα τα αντικείμενα του περιβάλλοντος σαν αυτά να είναι ο εαυτός του. Η παγκόσμια ευσπλαχνία για την οποία μιλούν τόσο συχνά οι μύστες πηγάζει από αυτόν ακριβώς τον τύπο της υπερπροσωπικής διαίσθησης. Αυτή η ευσπλαχνία ή Αγάπη, ανήκει σε ένα διαφορετικό επίπεδο από εκείνη που συναντάει κανείς στο επίπεδο της περσόνα. Στο υπερπροσωπικό επίπεδο αρχίζουμε να αγαπάμε τους άλλους όχι επειδή μας αγαπούν, μας προσφέρουν την επιβεβαίωσή τους, αντανακλούν τους εαυτούς μας ή μας εξασφαλίζουν μέσα στις ψευδαισθήσεις μας, αλλά επειδή εκείνοι ΕΙΝΑΙ ΕΜΕΙΣ. Η χριστιανική διδασκαλία σε λέει << αγάπα τον πλησίον σου όπως αγαπάς τον εαυτό σου>>, αλλά αγάπα τον πλησίον σου σαν Εαυτό σου>>. Θα μπορούσε να συμπληρώσει κανείς κανείς εδώ, όχι μόνο τον πλησίον σου αλλά και ολόκληρο το περιβάλλον σου. Τότε το άτομο αρχίζει να ενδιαφέρεται για το περιβάλλον του, όπως ενδιαφέρεται για τα χέρια ή τα πόδια του.


Υ.Γ.

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ



Στο Κ.Ψ.Θ.Α. χρησιμοποιείται ένα Συνθετικό Μοντέλο Ψυχοθεραπείας που αξιοποιεί τεχνικές και στοιχεία από όλες τις ανωτέρω σχολές, για να τις προσαρμόσει στις εκάστοτε ανάγκες του συγκεκριμένουνατόμου. Μια ειδική ψυχοθεραπεία είναι σαν ένα κλειδί που δεν μπορεί να ανοίξει όλες τις πόρτες και αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το θετικό αποτέλεσμα και όχι η ιδεολογική προσκόλληση σε μια θεωρία...


4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Γνωσιακές-συμπεριφοριστικές μέθοδοι τραιναρίσματος επεξεργασίας αρνητικών σκέψεων, πεποιθήσεων και ενδιάμεσων πεποιθήσεων (προέλευσης Α. Beck)

1. Εντοπισμός αρνητικής σκέψης (π.χ. μήπως δεν είναι γνωσιακή θεραπεία, αλλά θεραπεία της κυράς μας της μαμμής). Καταγραφή της. Σε περίπτωση μη εντοπισμού συγκεκριμένης αρνητικής σκέψης, γίνεται συζήτηση για αρνητικές σκέψεις των παχύσαρκων, έστω και αν ο θεραπευόμενος είναι πετσί και κόκαλο.

2. Παρουσίαση στον θεραπευόμενο ενός φύλλου χαρτιού με παιδαριώδη σχηματική απεικόνιση και επεξήγηση αρνητικών σκέψεων, με τίτλους που δεν βγάζουν κανένα νόημα. Συζήτηση αδυναμίας του θεραπευόμενου να καταλάβει τι διάολο σημαίνουν αυτά. Διαβεβαίωση του θεραπευτή ότι 99 στους 100 ασθενείς του (SIC) καταλαβαίνουν με την πρώτη περί τίνος πρόκειται και συνεργάζονται καταγράφοντας σκέψεις τους. Επίκληση του επιχειρήματος ότι και στο Ινστιτούτο χρησιμοποιούν την ίδια σελίδα.

3. Πρόταση για βιβλιοθεραπεία. Υπόδειξη βιβλίων, που μιλούν όμως για γνωσιακή θεραπεία και όχι εκείνη της κυράς μας της μαμμής. Συνειδητοποίηση από τον θεραπευόμενο ότι έχει μπόλικες αρνητικές σκέψεις. Καταγραφή τους. Παρουσίασή τους στο θεραπευτή. Αμηχανία του θεραπευτή («Μα εγώ μετά βίας βγάζω μία αρνητική σκέψη από τους πελάτες μου και εσείς μου φέρατε τόσες!»–Θα κάνει πως ξέχασε τι έλεγε προηγουμένως για τους 99 στους 100).

4. Υπόδειξη στο θεραπευόμενο να βάλει σε διαφορετικές στήλες τις αρνητικές σκέψεις και να συμπληρώσει όλες τις στήλες (Assumptions, ενδιάμεσες αρνητικές σκέψεις, πεποιθήσεις, ενισχυτικά γεγονότα για την εμπέδωση των πεποιθήσεων, αμφισβήτηση, εναλλακτική πρόταση, πως αισθάνεσαι μετά την πρόταση που έκανες εσύ ο ίδιος). Αφιέρωση ειδικής συνεδρίας για την διευκρίνιση ότι core beliefs ερμηνεύεται στα ελληνικά «πυρηνικές πεποιθήσεις» και όχι «κεντρικές πεποιθήσεις». Επεξήγηση ότι έτσι το ερμηνεύουν στο Αιγινήτειο και επομένως έτσι είναι η ελληνική γλώσσα. Παράθεση επιχειρήματος ότι core ερμηνεύεται μόνο πυρήνας, πυρηνικό, στο αγγλοελληνικό λεξικό Divry’s (=Γεωργίου Κωνσταντοπούλου εκ Δίβρης).

5. Χωρίς να εξεταστούν οι ήδη εντοπισθείσες αρνητικές σκέψεις, ψάχνουμε και για άλλες. Αναπομπή της λίστας στο θεραπευόμενο με υπόδειξη για πιο γεωμετρικά καλαίσθητη σχεδίαση των στηλών των βαθμών επεξεργασίας κάθε αρνητικής σκέψης. Επανυποβολή στο θεραπευτή σε επόμενη συνεδρία.

6. Self disclosures του θεραπευτή προς το θεραπευόμενο, ώστε ο τελευταίος να καταλάβει τι λάθη κάνει και να τα γράψει. Να γράψει και τις αμφισβητήσεις που θα κάνει ο ίδιος στις δικές του αρνητικές σκέψεις, καθώς και πόσο ωραία νιώθει τώρα που έκανε τη δουλειά όλη μόνος του.

7. Συζήτηση, κατόπιν απορίας του θεραπευόμενου για την Judith Beck και το Βιβλίο της Εισαγωγή στη Γνωσιακή Θεραπεία-Cognitive Therapy, Basics and Beyond, ως προς ανάγκη δόμησης της συνεδρίας, εξαγωγή συμπερασμάτων, σύνδεση με την προηγούμενη συνεδρία, ανάγκη να συνοψίσει ο θεραπευόμενος στο τέλος της θεραπείας τι κατάλαβε και τι δεν κατάλαβε, διαδικασία με οποία οδηγούμαστε από την αρνητική σκέψη στην ενδιάμεση πεποίθηση και μετά στην πεποίθηση. Θα πρέπει να εξηγηθεί στο θεραπευόμενο (αφού συμπληρωθούν τουλάχιστο 65 ώρες συνεδριών) ότι αυτά δεν είναι απόλυτα («Ναι, υπάρχουν ορισμένοι άκαμπτοι συνάδελφοί μου που ακολουθούν αυτή τη δομημένη τεχνική. Όμως έχει γραφτεί – πού; στον Τηλεθεατή;- ότι αυτό κουράζει τους ασθενείς, και πράγματι όλοι οι ασθενείς μου, μου έχουν έρθει παρακαλώντας με, ικετεύοντάς με να μιλάμε ελεύθερα γιατί δεν αντέχουν αυτή τη δόμηση. Εγώ επειδή ενδιαφέρομαι πραγματικά για αυτούς και τους αγαπάω, δεν κάνω δόμηση, για το καλό τους»)

8. Συζήτηση για άλλο είδος θεραπείας που έμαθε ο θεραπευτής ότι κάνουν στο εξωτερικό, και το οποίο έχει σχέση με τη γνωσιακή θεραπεία επειδή δίνει απαντήσεις π.χ. γιατί ο ασθενής νιώθει κατώτερος, ή ότι τον δουλεύουν.

9. Ανακάλυψη ότι υπάρχουν στο φάκελο του θεραπευτή πολλές δεκάδες αρνητικών σκέψεων που λιμνάζουν επί μήνες, χωρίς να έχουν συζητηθεί. Επιχειρήματα για ανατροπή των ισχυρισμών του θεραπευόμενου («Μα εσείς φταίτε για τη διαχείριση του χρόνου, εγώ απλώς συζητάω αυτά που φέρνετε εσείς στη συνεδρία! Κοιτάξτε πως χαμογελάω σαν αυθόρμητο παιδί!»).

10. Ο θεραπευόμενος θα μπορούσε να επικοινωνήσει με με e-mail με άλλο γνωσιακό συμπεριφοριστικό θεραπευτή, πρώην μπάτσο, και να λάβει την απάντηση («Στη γνωσιακή θεραπεία υπάρχει πάντα δομή, επαγγελματικότητα και πάντοτε σαφής χρονικός ορίζοντας»). Η φράση «σαφής χρονικός ορίζοντας», μπορεί να χτυπήσει σαν καμπάνα στο μυαλό του θεραπευόμενου. Επικοινωνία με το θεραπευτή του.

11. Ο θεραπευτής μπορεί να στείλει μήνυμα SMS στο θεραπευόμενο, να μη ζητάει σαφή χρονικό ορίζοντα, επειδή «έχει διαταραχή προσωπικότητας» (πρώτη φορά να του το πει με SMS) και επομένως έχει «πολλή, πολλή, πολλή δουλειά ακόμα!»

12. Ο θεραπευτής, χωρίς να ακολουθήσει τη μέθοδο που περιγράφει η Judith Beck, για μετάβαση από αρνητικές σκέψεις σε ενδιάμεσες πεποιθήσεις, πρέπει να πετάξει στη μούρη του θεραπευόμενου ό,τι «πυρηνικές» πεποιθήσεις πρέπει να έχει (προσέξτε –όχι «έχει») ο θεραπευόμενος, αφού του έχει διαγνώσει τη συγκεκριμένη διαταραχή (ίσως να είναι η συγκεκριμένη διαταραχή που έχει αναλάβει σαν εργασία να παρουσιάσει σε ομήγυρη εκλεκτών θεραπευτών, οπότε ο πελάτης γίνεται guinea pig). Έτσι, θέλει δεν θέλει, ο θεραπευόμενος έχει δύο επιλογές ή να κάνει το θύμα, αποδεχόμενος πεποιθήσεις που δεν του πάνε, ή να πάει αλλού. Μπορεί ο θεραπευόμενος να ρωτήσει με e-mail μια άλλη θεραπεύτρια τι να κάνει. Σε μια τέτοια περίπτωση, εκείνη θα πρέπει να του απαντήσει, μεταξύ άλλων, ότι «πρέπει να συζητήσετε το θέμα με το θεραπευτή σας. Αν πάτε σε άλλο θεραπευτή μην παραλείψετε να του αναφέρετε το λόγο διαφωνίας σας με τον προηγούμενο».

13. Ο λόγος του προηγούμενου είναι προφανής. Για την περίπτωση που ο θεραπευόμενος το κρύψει από το νέο θεραπευτή του, θα πρέπει να ζητηθεί εκ των προτέρων από τους συναδέλφους να δείξουν συναδελφική αλληλεγγύη. Κανένας δεν πρέπει να δέχεται άνθρωπο που υποτίμησε τη διάγνωση και διαδικασία –καλή ή κακή- άλλου συναδέλφου.

14. Μπορεί να γίνει δεκτό αίτημα του θεραπευόμενου για γνωσιακή-συμπεριφοριστική θεραπεία μέσω μερικών e-mails, επι αμοιβή. Φυσικά στην αμοιβή περιλαμβάνονται 40 λεπτά για τη λήψη του μηνύματος και άλλα 40 λεπτά για την αποστολή της απάντησης, επειδή το computer του θεραπευτή είναι αργό και καθυστερεί στην πρόσβαση στο Ιντερνέτ και θα το αλλάξει ….. το Μάιο. Το περιεχόμενο των απαντητικών μηνυμάτων πρέπει να περιέχει μόνο διευκρινιστικές ερωτήσεις, χωρίς να οδηγεί σε κάποιο γνωσιακό συμπέρασμα. Παράλληλα να του μαθαίνει μερικά κόλπα για να θυμάται ονόματα (π.χ. για να θυμάσαι τον Γαβριήλ Γαβριηλίδη, να έχεις στο μυαλό σου το ΓΑΒ-ΓΑΒ του σκύλου).

15. Θα πρέπει να καταγγελθεί σαν απαράδεκτη η άποψη της Judith Beck, σύμφωνα με την οποία «είναι δυνατόν να υπάρχει και αρνητική σκέψη που να είναι αληθινή και στην περίπτωση αυτή ο θεραπευτής αντί να την αμφισβητεί, βοηθάει τον θεραπευόμενο να επιλύσει το βασικό του πρόβλημα». Αυτό φέρνει σε δύσκολη θέση το γνωσιακό θεραπευτή που έχει σαν στόχο του να δουλεύει μόνο από τα συγκεκριμένα γνωστικά λάθη, τα οποία έχουμε μάθει απέξω κι ανακατωτά. Διαφορετικά ανοίγει το κουτί της Πανδώρας και ….. Δεν είναι δουλειά του γνωσιακού θεραπευτή να ασχολείται με άλλο πρόβλημα (π.χ. αν έχασε τη δουλειά του ο θεραπευόμενος) εκτός από το να τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει τις στάνταρντ αρνητικές σκέψεις που κάνει.

16. Μπορεί τέλος να ανακαλύψει ο θεραπευτής (με καθυστέρηση 3 μηνών) ότι έχει ξεχάσει συγκεκριμένο κείμενο, το οποίο είχε υποσχεθεί να διορθώσει ως προς τη διαδικασία των αρνητικών σκέψεων. Τότε του λέγει «α νόμιζα ότι τα κάνατε με άλλο θεραπευτή το καλοκαίρι!».

17. Τελευταίο επιχείρημα, μετά από 70 ώρες συνεδριών, ο θεραπευτής μπορεί να πει «ε, αν τελικά δεν είστε ευχαριστημένος από την προσέγγισή μου, μπορείτε να πάτε σε άλλο θεραπευτή» (έχοντας βέβαια φροντίσει να σαμποτάρει επιτυχώς μια παρόμοια προσπάθεια προσέγγισης άλλου θεραπευτή). Αν ο θεραπευόμενος ζητήσει από το θεραπευτή του να του συστήσει κάποιον άλλον, εκείνος πρέπει να κάνει πως δεν ξέρει κανέναν. Μπορεί να προσποιηθεί μόλις γύρισε από σπουδές που έκανε στη Μαδαγασκάρη και δεν ξέρει ούτε έναν.

18. Οι θεραπευτές δεν πρέπει να νιώθουν άσχημα όταν διαχειρίζονται αρνητικές σκέψεις με αυτό τον τρόπο. Με τη διαδικασία αυτή ο θεραπευόμενος θα ξεχάσει την αρχική αιτία που τον ενοχλούσε και θα έχει αγανακτήσει με το θεραπευτή του (=θα μπορούσε να αποτελέσει κάποια βερσιόν ομοιοπαθητικής!) Επίσης, όταν ο θεραπευόμενος πάψει να αγανακτεί κατά του θεραπευτή (που δεν δίνει λογαριασμό σε κανένα και δεν νιώθει ποτέ άσχημα για το «έργο» του), σημαίνει ότι είναι κοντά στο τέλος της θεραπείας.

19. Γενικά ο Γνωσιακός θεραπευτής πρέπει να είναι ένα αυθόρμητο παιδί, απαλλαγμένο από οποιοδήποτε αίσθημα ενοχής, ευχάριστο στην παρέα του, που θα αντιμετωπίζει τα πάντα με ένα χαμόγελο και δεν θα κρατάει άσχημες σκέψεις στο κεφάλι του.

Ανώνυμος είπε...

Θα ήθελα να εκφράσω τα συγχαρητήριά μου για την παρουσίαση που κάνατε.

Είχε σαφήνεια, δομή, συμπέρασμα, πειστικότητα.

Ένα πρόβλημα βέβαια, που δεν είναι του συντάκτη του blog:
Η προσωπική εμπειρία μου είναι ότι για να εφαρμοστούν ορισμένες (δεν συζητάμε για όλες) από τις περιγραφόμενες μεθόδους στην Ελλάδα πρέπει:

α) Ή η αρνητική σκέψη να είναι μία και πάρα πολύ απλή (π.χ. μου χάλασε το ποδήλατο και δεν μπορώ να το επισκευάσω) ή

β)Για να τις εφαρμόσει ο θεραπευτής πρέπει κάποιοι τρομοκράτες να έχουν απαγάγει τη γυναίκα του ή τα παιδιά του και να τον απειλούν ότι θα τους σκοτώσουν αν δεν εφαρμόσουν αυτές τις περιγραφόμενες τεχνικές.

Πάντως η περιγραφή τους, χρησιμεύει για να συνοδεύει τη φαντασίωσή μας ότι βρισκόμαστε στις ΗΠΑ (όπου οι θεραπευτές είναι απαλλαγμένοι από αρρωστημένες σχέσεις εξάρτησης με τους επόπτες τους όπως σε ορισμένες τριτοκοσμικές χώρες) και μας εφαρμόζουν αυτές τις τεχνικές, χωρίς να σκέπτονται "πως θα του πάρω τα χρήματα και θα εξασφαλίσω ότι δεν θα του προσφέρω απολύτως τίποτα".

Ανώνυμος είπε...

Παραθέτω μια υπεύθυνη απάντηση από επιστήμονα αδιαμφισβήτητου κύρους:

Απάντηση από το DepNet

Θα ήθελα με την ευκαιρία του μηνύματός σας να σημειώσω ότι κατά την γνώμη μου η γνωσιακή - συμπεριφορική ψυχοθεραπεία δεν είναι μια θεραπεία των "ψυχολόγων" οι οποίοι τώρα τελευταία την ανακάλυψαν και την συστήνουν για πάσα νόσο.

Κατ'αρχάς να επισημάνω ότι ο θεμελιωτής της, ο Aaron Beck, είναι Αμερικανός ψυχίατρος και ανέπτυξε την θεραπεία στο Πανεπιστήμιο της Penssylvania στις αρχές της δεκαετίας του 1960, κυρίως για την θεραπεία της κατάθλιψης και στην συνέχεια για την θεραπεία των διαταραχών άγχους.

Σημαντική συμβολή στην θεμελίωση της θεραπείας είχε η κόρη του Judith Beck η οποία είναι κλινικός ψυχολόγος στο τμήμα Ψυχιατρικής του ίδιου Πανεπιστημίου. Αυτό που διακρίνει τους θεραπευτές αυτής της ψυχοθεραπείας είναι η σημαντική κλίνική πείρα, δηλαδή η επί χρόνια ενασχόλησή τους με πραγματικούς ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από σχετικά προβλήματα τα οποία μπορούν να θεραπευθούν με αυτή την θεραπεία. Αν και οι ψυχίατροι, εκ του αντικειμένου τους (ιατρική ειδικότητα με εξειδίκευση στην διάγνωση και θεραπεία των ψυχιατρικών διαταραχών) πληρούν συνήθως αυτό το κριτήριο, πολλοί ψυχολόγοι που δουλεύουν στην Ελλάδα δεν το πληρούν κατά την γνώμη μου, αφού το αντικείμενο των σπουδών τους δεν είναι η διάγνωση και θεραπεία νοσημάτων (αυτό το αντικείμενο καλύπτεται από τις ιατρικές σχολές).

Αυτό σημαίνει ότι οι ψυχολόγοι οι οποίοι είναι σε θέση να θεραπεύσουν ασθενείς πρέπει απαραιτήτως να έχουν σημαντική κλινική πείρα και τέτοια πείρα αποκτάται είτε με εργασία πολλών ετών στο εξωτερικό είτε με εργασία σε ψυχιατρικά τμήματα ή κέντρα ψυχικής υγείας κ.λ.π όπου και υπάρχει δυνατότητα εξέτασης και παρακολούθησης ασθενών με επίβλεψη.

Δεν γνωρίζω σε ποιο κέντρο αναφέρεστε αλλά από την περιγραφή που μου δίνετε μάλλον βγάζω το συμπέρασμα ότι πρόκειται για κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα το οποίο προφανώς δεν μπορεί να ανταποκρίνεται σε αυτή την περιγραφή, τουλάχιστον για τον θεραπευτή που αναφέρετε. Σίγουρα υπάρχουν ανάγκες εκπαίδευσης αλλά ίσως θα έπρεπε να το γνωρίζετε αυτό εκ των προτέρων, ιδιαίτερα μάλιστα αν πληρώνατε για την υπηρεσία αυτή.

Φυσικά παρόμοια περιστατικά μου έχουν αναφερθεί από διάφορους ασθενείς οι οποίοι επισκέφθηκαν ιδιώτες ψυχολόγους στα γραφεία τους, τις περισσότερες φορές νομίζοντας ότι είναι γιατροί. Πιστεύω ότι ο κλάδος των ψυχολόγων θα ωφελούταν σημαντικά εάν προσπαθούσε να διασφαλίσει με αυστηρά κριτήρια ποιος μπορεί να ασκεί κλινικό έργο και τι είδους έργο, ιδιαίτερα σε μέρη, όπως τα ιδιωτικά γραφεία, στα οποία δεν υπάρχει καμιά απολύτως επίβλεψη.

Για να μην κατηγορηθώ ότι μεροληπτώ υπέρ των γιατρών, να αναφέρω ότι όπως και οι ψυχολόγοι πολλές φορές προφασίζονται τους γιατρούς χωρίς να είναι, έτσι υπάρχουν και γιατροί οι οποίοι προφασίζονται τους ειδικούς στην θεραπεία ψυχιατρικών διαταραχών χωρίς να γνωρίζουν το αντικείμενο και κατά παράβαση της ιατρικής δεοντολογίας. Αναφέρομαι στους νευρολόγους, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την σύγχυση του κόσμου για τα ψυχιατρικά προβλήματα, αναλαμβάνουν την "θεραπεία" κατάθλιψης και αγχωδών διαταραχών κυριολεκτικά στου κασσίδη το κεφάλι. Ευτυχώς, οι περισσότεροι σοβαροί νευρολόγοι αρνούνται την θεραπεία αυτών των προβλημάτων και παραπέμπουν τους ασθενείς σε ψυχιάτρους.

Είναι σαφές ότι τη σήμερον ημέρα καλό είναι ο κάθε άνθρωπος να μην εμπιστεύεται την υγεία του σε όποιον δηλώσει ότι μπορεί να τον κάνει καλά, αλλά να επιλέγει με προσοχή και ύστερα από έρευνα.

Με εκτίμηση,

Πέτρος Σκαπινάκης

ΓΙΑΝΝΗΣ Γ. ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΣ είπε...

Αγαπητέ κ.Σκαπινάκη,
η απάντησή σας είναι πραγματικά υπεύθυνη και με καλύπτει πλήρως. Χαίρομαι που οι αναγνώστες της
"Ψυχοσύνθεσης" συμβάλλουν σημαντικά με τα σχόλιά τους στην προβολή προβληματισμών, κρίσεων αλλά και τεκμηριωμένων απαντήσεων. Νομίζω ότι αυτός ο ελεύθερος και υπεύθυνος διάλογος αποκαλύπτει πολλές σημαντικές πλευρές του ζητήματος των ψυχοθεραπειών και της ψυχικής υγείας γενικότερα.
Σας ευχαριστώ για τη συμβολή σας

Γιάννης Γ. Αυγουστάτος